Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοίχαρχος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: τοίχαρχος Medium diacritics: τοίχαρχος Low diacritics: τοίχαρχος Capitals: ΤΟΙΧΑΡΧΟΣ
Transliteration A: toícharchos Transliteration B: toicharchos Transliteration C: toicharchos Beta Code: toi/xarxos

English (LSJ)

ὁ, (

   A τοῖχος 2) overser of the rowers on each side of the ship, boatswain, Artem.1.35, 2.23; written tutarchus in Gloss.

German (Pape)

[Seite 1125] ὁ, Aufseher über die Ruderknechte an den Seiten des Schiffes, der nächste Rang nach dem ναύτης; Luc. D. meretr. 14; Artemid. 1, 37; Poll. 1, 95.

Greek (Liddell-Scott)

τοίχαρχος: ὁ, (τοῖχος 2)· ὁ ἐπόπτης τῶν κωπηλατῶν ἐν ἑκατέρᾳ πλευρᾷ τοῦ πλοίου, Ἀρτεμίδ. 1. 35., 2. 23, πρβλ.: νῦν γὰρ ἤδη τοίχου ἄρχω τοῦ δεξιοῦ, τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς τοῦ πλοίου, Λουκ. Ἑταιρ. Διάλ. 14. 3.

Greek Monolingual

ο, ΝΑ
νεοελλ.
ναυτ. υπαξιωματικός επικεφαλής τοιχαρχίας
αρχ.
επόπτης τών ερετών σε κάθε πλευρά του πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τοῖχος + -άρχος].