Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοιουτογνώμων

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τοιουτογνώμων Medium diacritics: τοιουτογνώμων Low diacritics: τοιουτογνώμων Capitals: ΤΟΙΟΥΤΟΓΝΩΜΩΝ
Transliteration A: toioutognṓmōn Transliteration B: toioutognōmōn Transliteration C: toioutognomon Beta Code: toioutognw/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος,

   A minded in such manner, An.Ox. 4.32 (Tz. in Hermog.).

Greek (Liddell-Scott)

τοιουτογνώμων: -ον, ἔχων τοιαύτην γνώμην, οὕτω φρονῶν, τοὺς τοιουτογνώμονας Ἀνέκδ. Ὀξων. τ. 4, σ. 32, 8.

Greek Monolingual

-όγνωμον, Μ
αυτός που έχει τέτοια γνώμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τοιοῦτος + -γνωμων (< γνώμων < γιγνώσκω), πρβλ. ἀλλο-γνώμων.