Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοιχοδιφήτωρ

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: τοιχοδῑφήτωρ Medium diacritics: τοιχοδιφήτωρ Low diacritics: τοιχοδιφήτωρ Capitals: ΤΟΙΧΟΔΙΦΗΤΩΡ
Transliteration A: toichodiphḗtōr Transliteration B: toichodiphētōr Transliteration C: toichodifitor Beta Code: toixodifh/twr

English (LSJ)

ορος, ὁ,

   A one who creeps through a hole in the wall (in order to steal), and so = τοιχωρύχος, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1125] ορος, ὁ, der ein Loch in der Wand sucht, um durchzukriechen und zu stehlen, dah. übh. = τοιχωρύχος, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

τοιχοδῑφήτωρ: -ορος, ὁ, ὁ τοὺς τοίχους διφῶν, ὁ εἰσερχόμενος δι’ ὀπῆς εἰς τοῖχον (ὅπως κλέψῃ), ὅθεν = τοιχωρύχος, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ορος, ὁ, Α
τοιχωρύχος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τοῖχος + διφήτωρ «αυτός που αναζητά»].