Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοιχωρυχική

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τοιχωρῠχική Medium diacritics: τοιχωρυχική Low diacritics: τοιχωρυχική Capitals: ΤΟΙΧΩΡΥΧΙΚΗ
Transliteration A: toichōrychikḗ Transliteration B: toichōrychikē Transliteration C: toichorychiki Beta Code: toixwruxikh/

English (LSJ)

(sc. τέχνη), ἡ,

   A housebreaker's craft, S.E.M.2.12.

German (Pape)

[Seite 1125] ἡ, sc. τέχνη, die Kunst, das Gewerbe des τοιχωρύχος, S. Emp. adv. rhett. 12.

Greek (Liddell-Scott)

τοιχωρῠχική: (ἐξυπακ. τέχνη), ἡ, ἡ τέχνη τοῦ διορύττειν τοῖχον, ἢ τοῦ τοιχωρύχου τέχνη, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 2. 12.

Greek Monolingual

ἡ, Α τοιχωρύχος
(ενν. τέχνη) η τέχνη του τοιχωρύχου.

Russian (Dvoretsky)

τοιχωρῠχική: ἡ (sc. τέχνη) профессия взломщика Sext.