Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοξαλκέτης

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: τοξαλκέτης Medium diacritics: τοξαλκέτης Low diacritics: τοξαλκέτης Capitals: ΤΟΞΑΛΚΕΤΗΣ
Transliteration A: toxalkétēs Transliteration B: toxalketēs Transliteration C: toksalketis Beta Code: tocalke/ths

English (LSJ)

ου, ὁ, = sq., App.Anth.1.95.

German (Pape)

[Seite 1128] ὁ, = Folgendem; voc. τοξαλκέτα, Apollo, Ep. ad. 116 a (App. 319); Ael. H. A. 11, 40.

Greek (Liddell-Scott)

τοξαλκέτης: -ου, ὁ, = τῷ ἑπομ., Ἀνθολ. Π. παράρτ. 319.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
puissant par son arc ou par ses flèches.
Étymologie: τόξον, ἀλκή.

Greek Monolingual

ὁ, Α
τοξαλκής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τοξαλκής + επίθημα -έτης (βλ. και λ. -της)].

Greek Monotonic

τοξαλκέτης: -ου, ὁ (ἀλκή), ισχυρός στην τοξοβολία, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

τοξαλκέτης: ου adj. m сильный (своим) луком, непобедимый стрелок (эпитет Аполлона) Anth.

Middle Liddell

τοξ-αλκέτης, ου, ὁ, ἀλκή
mighty with the bow, Anth.