Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοξαλκής

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: τοξαλκής Medium diacritics: τοξαλκής Low diacritics: τοξαλκής Capitals: ΤΟΞΑΛΚΗΣ
Transliteration A: toxalkḗs Transliteration B: toxalkēs Transliteration C: toksalkis Beta Code: tocalkh/s

English (LSJ)

ές,

   A mighty with the bow, Orph.H.58.2.

German (Pape)

[Seite 1128] ές, bogengewaltig, den Bogen beherrschend, ein gewaltiger Bogenschütze, Orph. H. 57, 2.

Greek (Liddell-Scott)

τοξαλκής: -ές, ὁ μετ’ ἀλκῆς, δυνάμεως τοξεύων, ὁ ἰσχυρὸς ἐν τῷ τοξεύειν, Ὀρφ. Ὕμν. 57. 2.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
puissant par son arc ou par ses flèches.
Étymologie: τόξον, ἀλκή.

Greek Monolingual

-ές, Α
αυτός που τοξεύει με δύναμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τόξον + -αλκής (< ἀλκή). πρβλ. ἀριστ-αλκής].