Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρήμα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το / τρῆμα, ΝΜΑ
οπή, τρύπα
νεοελλ.
1. ονομασία διαφόρων ανατομικών στοιχείων που έχουν σχήμα οπής («ωοειδές τρήμα»)
2. φρ. «τρήματα βάσης κρανίου» — τρήματα στην περιοχή της βάσης του κρανίου από τα οποία εισέρχονται ή εξέρχονται αγγεία και νεύρα της κρανιακής κοιλότητας
αρχ.
1. το αιδοίο («ἡ βάλανος ἐκπέπτωκεν ἐκ τοῦ τρήματος», Αριστοφ.)
2. καθεμιά από τις οπές ή τα στίγματα τών ζαριών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στη δισύλλαβη ρίζα τερη- (βλ. λ. τετραίνω, τιτρώσκω, τείρω, τέρετρο) και έχει σχηματιστεί με μηδενισμένο το πρώτο και απαθές το δεύτερο φωνήεν + κατάλ. -μα].