Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρίαινα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: τρίαινα Medium diacritics: τρίαινα Low diacritics: τρίαινα Capitals: ΤΡΙΑΙΝΑ
Transliteration A: tríaina Transliteration B: triaina Transliteration C: triaina Beta Code: tri/aina

English (LSJ)

[ῐ], ἡ,

   A trident, three-pronged fish-spear, the badge of Poseidon, Il.12.27, Od.4.506, 5.292, A.Pr.925, E.Fr.360.47; as a symbol of the empire of the sea, Ar.Eq.839; τρίαιναν ἐσθλὸς καὶ κυβερνήτης σοφός, i. e. a good fisherman... Archil.45.    II threepronged fork, Longus 4.40; cf. τριαινόω 11.    III a constellation rising with Pisces, Teucer in Boll Sphaera52.    IV a kind of cautery, Paul.Aeg.6.48.

German (Pape)

[Seite 1139] ἡ, Dreizack; die gew. Waffe des Poseidon, Il. 12, 27 Od. 4, 506 u. öfter; Aesch. Prom. 927 Suppl. 215; Eur. Ion 282; Ar. Equ. 836; Plut. Thes. 6. – Ein dreizackiger Speer. – Auch eine dreizackige Hacke, Erdschollen damit zu zerschlagen, VLL.; vgl. Longus 4, 40.

Greek (Liddell-Scott)

τρίαινα: ἡ, «δόρυ τρεῖς ἔχον ἀκμὰς» (Ἡσύχ.), ἁλιευτικὸν καμάκιον ἔχον τρεῖς ὀδόντας, τὸ σύνηθες ἔμβλημα τοῦ Ποσειδῶνος, αὐτὸς δ’ ἐννοσίγαιος ἔχων χείρεσσι τρίαιναν ἡγεῖτ’ Ἰλ. Μ. 27· τρίαιναν ἑλὼν χερσὶ στιβαρῇσιν Ὀδ. Δ. 506, Ε. 292, Αἰσχύλ. Πρ. 925, Εὐρ., κλπ.· ὡς σύμβολον τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, Ἀρχίλ. 42, Ἀριστοφ. Ἱππ. 839. ΙΙ. περόνιον ἔχον τρεῖς ὀδόντας, Λόγγος 4. 40, πρβλ. τριαινόω.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
fourche à trois pointes, particul. trident (de Poséidon).
Étymologie: τρεῖς.

English (Autenrieth)

(τρεῖς): the trident (threeforked harpoon), weapon of Poseidon, the symbol of his power, Il. 12.27, Od. 4.506.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
μυθ. όπλο και σύμβολο του Ποσειδώνος («ἐτάραξε δὲ πόντον χερσὶ τρίαιναν ἑλών» Ομ. Οδ.)
νεοελλ.
καμάκι με τρεις αιχμές για αλιεία μεγάλων ψαριών, το τρικράνι
αρχ.
1. είδος περόνης με τρεις οδόντες
2. τριαινοειδές δόρυ
3. μέσο με το οποίο γινόταν καυτηριασμός
4. ως κύριο όν.Τρίαινα
είδος αστερισμού που ανέτειλλε με τους Ιχθύς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τρι- του αριθμτ. τρεῖς, τρία + κατάλ. -αινα (πρβλ. ἄκ-αινα, μολύβδ-αινα)].

Greek Monotonic

τρίαινα: ἡ, αλιευτικό καμάκι με τρία δόντια, έμβλημα του Ποσειδώνα, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

τρίαινα: ἡ трезубец Hom., Aesch., Eur., Arph., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τρίαινα -ης, ἡ [τρεῖς] drietand.

Middle Liddell


a trident, the badge of Poseidon, Hom.

Frisk Etymology German

τρίαινα: {tríaina}
Grammar: f.
Meaning: Dreizack, Waffe des Poseidon (ep. poet. seit Il.), mediz. Bez. eines Brenneisens (Paul. Aeg.);
Composita : auch als Vorderglied, z.B. τριαινοῦχος m. ‘Schwinger der τ.’ (Plat.-Komm.).
Derivative: Denom. τριαινόω, auch m. συν- u.a., ‘(mit dem Dreizack) erschüttern’ (E., Kom.); davon wahrscheinlich τριαινατῆρες· ἀντὶ τοῦ ἀροτριοῦντος H. (wohl für τριαινω-).
Etymology : Von τρεῖς, τρία nach den Gerätenamen auf -αινα, z.B. ἄκαινα, ἀρύταινα (vgl. Schwyzer 475 A. 6). Chantraine Form. 109 erwägt volksetymolog. Umbildung nach dem Zahlwort. Ältere, abzulehnende Erklärungen bei Bq.
Page 2,930