Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρίκυκλο

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

το, Ν
όχημα, ποδήλατο ή μηχανοκίνητο, με τρεις τροχούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τρι- + κύκλος «τροχός» (πρβλ. δί-κυκλο). Η λ., στον λόγιο τ. τρίκυκλον, μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Εφημερίς].