Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τραγηφόρος

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: τρᾰγηφόρος Medium diacritics: τραγηφόρος Low diacritics: τραγηφόρος Capitals: ΤΡΑΓΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: tragēphóros Transliteration B: tragēphoros Transliteration C: tragiforos Beta Code: traghfo/ros

English (LSJ)

ον,

   A wearing the τραγῆ (v. τράγεος 11), Hsch.

Greek (Liddell-Scott)

τρᾰγηφόρος: -ον, ὁ φορῶν τραγῆν, δηλ. τραγείαν δορὰν (ἴδε ἐν λ. τράγεος), «τραγηφόροι· αἱ κόραι Διονύσῳ ὀργιάζουσαι τραγῆν περιήπτοντο» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που φορεί τραγή, δορά τράγου («τραγηφόροι αἱ κόραι Διονύσῳ ὀργιάζουσαι τραγὴν περιήπτοντο», Ησύχ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τραγῆ + -φόρος (< φέρω)].