Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τριακοστός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: τρῐᾱκοστός Medium diacritics: τριακοστός Low diacritics: τριακοστός Capitals: ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ
Transliteration A: triakostós Transliteration B: triakostos Transliteration C: triakostos Beta Code: triakosto/s

English (LSJ)

Ion. τρῐηκ-, ή, όν,

   A thirtieth, Pi.O.8.66, IG12.304.29, Hdt.4.44,5.89, Hp.Aph.4.36, X.Cyr.5.3.6, PCair.Zen.236.6 (iii B. C.), etc.; Aeol. τρῐάκοιστος [ᾱ] IG11(4).1064b23 (Delos).    II ἡ τ. duty of one-thirtieth, D.20.32.

Greek (Liddell-Scott)

τριᾱκοστός: Ἰων. τριηκ-, ή, όν, ὡς καὶ νῦν ὁ τριακοστός, Ἡρόδ. 4. 44., 5. 89, Ἱππ. Ἀφ. 1250, Πίνδ., καὶ Ἀττ. ΙΙ. ἡ τριακοστή, φόρος ἢ δασμὸς τοῦ ἑνὸς τριακοστοῦ, ὡς ἡ δεκάτη ἑνὸς δεκάτου, Δημ. 467. 2.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
trentième.
Étymologie: τριάκοντα.

English (Slater)

τρῐᾱκοστός
   1 thirtieth νίκαν τριακοστὰν ἑλών (O. 8.66)

Greek Monolingual

ή, -ό / τριακοστός, -ή, -όν, ΝΜΑ, και ιων. τ. τριηκοστός, -ή, -όν και αιολ. τ. τριάκοιστος, -οίστη, -ον, Α
αυτός που στην αριθμητική σειρά κατέχει τον αριθμό τριάντα
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το τριακοστό
καθένα από τα τριάντα ίσα μέρη ενός όλου
αρχ.
το θηλ. ως ουσ. ἡ τριακοστή
φόρος ενός τριακοστού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τριάκο-ντα + κατάλ. τακτικών αριθμ. -στός (πρβλ. πεντηκο-στός)].

Greek Monotonic

τριᾱκοστός: Ιων. τριηκοστός, -ή, -όν,
I. τριακοστός, σε Ηρόδ. κ.λπ.
II. τριακοστή, , φόρος ή δασμός του ενός τριακοστού, σε Δημ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τριᾱκοστός -ή -όν, Ion. τριηκοστός [τριάκοντα] dertigste.

Russian (Dvoretsky)

τριᾱκοστός: ион. τριηκοστός 3 тридцатый Pind. etc.

Middle Liddell


I. the thirtieth, Hdt., etc.
II. τριακοστή, a duty of one-thirtieth, Dem.