Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρομάζω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: τρομάζω Medium diacritics: τρομάζω Low diacritics: τρομάζω Capitals: ΤΡΟΜΑΖΩ
Transliteration A: tromázō Transliteration B: tromazō Transliteration C: tromazo Beta Code: troma/zw

English (LSJ)

   A v. τρομέω fin.

Greek (Liddell-Scott)

τρομάζω: ὡς καὶ νῦν, τρομέω, τρέμω ἐκ φόβου, Ἰω. Χρυσ. τ. 5, σ. 295, 5. ΙΙ. μεταβ., ὡς καὶ νῦν, κάμνω τινὰ νὰ τρέμῃ, ἐκφοβῶ, Βυζ.

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και τρομάσσω ΝΜ τρόμος
1. προκαλώ σε κάποιον αιφνίδιο και ζωηρό φόβο (α. «τήν τρομάζουν οι θόρυβοι της νύχτας» β. «δεν μάς τρομάζουν οι απειλές» γ. «αὐτοὶ οἱ λίθοι αὐτὸν ἐτρόμαξαν», Ιωάνν. Χρυσ.)
νεοελλ.
1. (αμτβ.) (με το να) προσπαθώ πολύ προκειμένου να πετύχω κάτι, συναντώ μεγάλες δυσκολίες σε μια προσπάθεια (α. «τρόμαξα να τον πείσω ότι έσφαλε» β. «τρομάξαμε ώσπου να τον συνεφέρουμε από τον κλονισμό που έπαθε»)
2. (με αιτ.) (στον Ερωτόκρ.) φοβάμαι κάποιον, μού εμπνέει φόβο
3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) τρομαγμένος και στον Ερωτόκρ. τρομασμένος, -η, -ο
φοβισμένος, σκιαγμένος («με τα κομμένα γόνατα, με τρομασμένα μέλη», Ερωτόκρ.)
νεοελλ.-μσν.
(αμτβ.) κυριεύομαι από ξαφνικό και ζωηρό φόβο, σκιάζομαι, τρέμω από φόβο.