Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρομός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: τρομός Medium diacritics: τρομός Low diacritics: τρομός Capitals: ΤΡΟΜΟΣ
Transliteration A: tromós Transliteration B: tromos Transliteration C: tromos Beta Code: tromo/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A trembling, unsteady, δράμημα γηραιοῦ ποδός E.Fr. 876. Adv. -μῶς, τρέμειν Tz.H.12.769.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
1. αυτός που τρέμει
2. (κατ' επέκτ.) ασταθής.
επίρρ...
τρομῶς Α
με τρεμούλιασμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος, με καταβιβασμό του τόνου].