Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τροχιά

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τροχιά Medium diacritics: τροχιά Low diacritics: τροχιά Capitals: ΤΡΟΧΙΑ
Transliteration A: trochiá Transliteration B: trochia Transliteration C: trochia Beta Code: troxia/

English (LSJ)

ἡ,

   A wheel-track, rut, Hsch., Phot., etc.    II the round of a wheel, AP7.478 (Leon.), 9.418 (Antip.), Nic.Th.816.    III path, LXX Pr.4.26 ( = Ep.Hebr.12.13).    IV elastic strand in the τόνος of a torsion-engine, Ph.Bel.54.41, prob. for τριχέα in Hero Bel. 108.3.

Greek (Liddell-Scott)

τροχιά: ἡ, (τροχὸς) τὰ ἴχνη τῶν τροχῶν, ἡ γραμμὴ ἥν σχηματίζουσιν, «τροχιαί. αἱ τῶν τροχῶν χαράξεις» Ἡσύχ., Φώτ., κτλ. ΙΙ. περιφέρεια, ὁ κύκλος τοῦ τροχοῦ, Ἀνθ. Π. 7. 478, πρβλ. 9, 418, Νικ. Θηρ. 816.

French (Bailly abrégé)

ᾶς (ἡ) :
1 trace de roue, ornière;
2 cercle d’une roue.
Étymologie: τροχός.

English (Strong)

from τροχός; a track (as a wheel-rut), i.e. (figuratively) a course of conduct: path.

English (Thayer)

τροχιάς, ἡ (τροχός, which see), a track of a wheel, a rut; a track, a path: τροχιάς ὀρθάς ποιήσατε τοῖς ποσίν ὑμῶν, i. e. follow the path of rectitude, do right, מַעְגָּל, as in τροχός).

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
τα ίχνη που αφήνουν οι τροχοί οχήματος πάνω στο έδαφος, τα αχνάρια της ρόδας
νεοελλ.
1. σιδηροτροχιά
2. φυσ. α) το σύνολο τών διαδοχικών θέσεων τις οποίες παίρνει ένα κινητό κατά τη διάρκεια της κίνησης του
β) η γραμμή που διαγράφεται από το κέντρο βάρους ενός βλήματος κατά τη διάρκεια της κίνησης του στον αέρα ή στο διάστημα
3. (αστρον.-φυσ.) η διαδρομή την οποία εκτελεί ένα σώμα κατά την περιφορά του γύρω από ένα άλλο, μεγαλύτερης μάζας σώμα, λόγω της βαρύτητας (α. «η τροχιά ενός πλανήτη γύρω από τον Ήλιο» β. «η τροχιά ενός δορυφόρου γύρω από έναν πλανήτη»)
4. μαθημ. α) η γραμμή την οποία διαγράφει ένα κινούμενο σημείο
β) η καμπύλη που τέμνει όλες τις καμπύλες μιας δεδομένης οικογένειας κατά μία σταθερά γωνία ω
5. φρ. α) «ορθογώνια τροχιά»
μαθημ. η τροχιά κατά την οποία η σταθερή γωνία ω κατά την οποία μία καμπύλη τέμνει όλες τις καμπύλες μιας οικογένειας είναι ίση με π/2
β) φρ. «σύγχρονη τροχιά»
(φυσ.-αστρον.) κυκλική τροχιά που έχει ύψος 35.900 περίπου χιλιόμετρα από τη Γη και την οποία εκτελεί ένα σώμα κατά την περιφορά του γύρω από αυτήν σε μία ημέρα
γ) «βέλος τροχιάς»
φυσ. η απόσταση του ψηλότερου σημείου της τροχιάς από το οριζόντιο επίπεδο
αρχ.
1. οδός
2. η περιφέρεια του τροχού, της ρόδας
3. η τριχέα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τροχός ή τρόχος + κατάλ. -ια (πρβλ. πρασ-ιά, σπογγ-ιά)].

Greek Monotonic

τροχιά: ἡ (τροχός), ίχνη, γραμμή που σχηματίζουν οι τροχοί, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

τροχιά:
1) досл. колея, перен. путь (τροχιαὶ ὀρθαί NT);
2) обод колеса Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τροχιά -ᾶς, ἡ [τροχός] karrespoor, pad.

Middle Liddell

τροχιά, ἡ, τροχός
the round of a wheel, Anth.

Chinese

原文音譯:troci£ 特羅希阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:賽跑(路程)
字義溯源:驛道(有車輪奔馳轍跡之路),道路,路徑,途徑;源自(τροχός)=輪子),而 (τροχός)出自(τρέχω)*=跑)
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 道路(1) 來12:13