Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τσέπη

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
1. εσωτερική ή εξωτερική θήκη ενδύματος («ξηλώθηκε η τσέπη του παντελονιού μου»)
2. συνεκδ. η ποσότητα που χωράει σε μια τσέπη («έφαγε μια τσέπη σταφίδες»)
3. φρ. α) «το έχω στην τσέπη» — λέγεται για κάτι που είναι βέβαιο, εξασφαλισμένο («τον διορισμό τον έχει στην τσέπη του»)
β) «βιβλίο τσέπης» — βιβλίο μικρού μεγέθους και φτηνής, συνήθως, έκδοσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. cep].