Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τσιμουδιά

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

η, Ν
1. πολύ σιγανή, αδύναμη φωνή
2. φρ. «μην βγάλεις τσιμουδιά!» ή, απλώς, «τσιμουδιά
(ως προσταγή) μην πεις λέξη, μην βγάλεις άχνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, η λ. έχει προέλθει από συμφυρμό τών τ. τσίτο «σιωπή» και μουτιά «σιωπή»].