Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τυφεδών

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: τῡφεδών Medium diacritics: τυφεδών Low diacritics: τυφεδών Capitals: ΤΥΦΕΔΩΝ
Transliteration A: typhedṓn Transliteration B: typhedōn Transliteration C: tyfedon Beta Code: tufedw/n

English (LSJ)

όνος, ἡ,

   A nonsense, humbug, Neophro (?) Trag. in PLit.Lond.77 Fr.2.16, Call.Fr.98b (where acc. -ῶνα for -όνα metri gr.), Oenom. ap. Eus.PE5.36.    II Τυφεδῶνος, ὄνομα κύριον, ἢ τῆς καύσεως, Suid., cf. Theognost.Can.39.

German (Pape)

[Seite 1165] όνος, ἡ, 1) das Anbrennen, Anzünden, Callim. bei Hdn. περὶ μον. λ. 9; die Entzündung, Suid. – 2) die Fackel, Euseb.

Greek (Liddell-Scott)

τῡφεδών: -όνος, ἡ, (τύφω) καῦσις, φλόγωσις, Καλλ. παρ’ Ἡρῳδιανῷ π. μον. λέξ. 9, 20, ἔνθα αἰτ. -ῶνα ἀντὶ -όνα χάριν τοῦ μέτρου: «καθόλου τὰ διὰ τοῦ ηδων καὶ εδων, εἴτε ἀρσενικὰ εἴτε θηλυκά, διὰ τοῦ ο τὴν κλίσιν ποιεῖ· ταὰ γὰρ παρὰ τῷ Κυρηναίῳ (δηλ. Καλλιμάχῳ): ‘τὰ δὲ νῦν πολλὴν τυφεδῶνα λεσχαίνεις’, ἕνεκε μέτρου τὸ ω ἐφύλαξεν» ΙΙ. πυρσός, λαμπάς, Οἰνόμαος ἐν Εὐσεβ. Εὐαγγ. Προπ. 234C.

Greek Monolingual

-όνος και -ῶνος, ἡ, Α
1. καύση, φλόγωση
2. πυρσός, λαμπάδα
3. (κατά το λεξ. Σούδα) «Τηφεδῶνος, ὄνομα κύριον, ἢ τῆς καύσεως».
[ΕΤΥΜΟΛ. < τύφομαι + επίθημα -(ε)δών (πρβλ. ληθεδών, μελεδών)].