Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τυφλοποιός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: τυφλοποιός Medium diacritics: τυφλοποιός Low diacritics: τυφλοποιός Capitals: ΤΥΦΛΟΠΟΙΟΣ
Transliteration A: typhlopoiós Transliteration B: typhlopoios Transliteration C: tyflopoios Beta Code: tuflopoio/s

English (LSJ)

όν,

   A blinding, Sch.Theoc.10.19, Eust.1769.51.

Greek (Liddell-Scott)

τυφλοποιός: -όν, ὁ ποιῶν τινα τυφλόν, ὁ τυφλῶν, τυφλώνων, Σχόλ. εἰς Θεόκρ. 10. 19, Εὐστάθ. 1769. 52· ἐπὶ τοῦ Ἔρωτος, ὁ Ἔρως τυφλός, ἤγουν τυφλοποιός· ποιεῖ γὰρ τοὺς ἐρῶντας τὰ μὴ καλὰ καλὰ ἡγεῖσθαι Εὐδοκ. Μακρεμβολ. Ἰωνιὰ 158.

Greek Monolingual

-όν, ΜΑ
αυτός που τυφλώνει κάποιον («ὁ ἔρως τυφλός, ἤγουν τυφλοποιός
ποιεῑ γὰρ τοὺς ἐρῶντας τὰ μὴ καλά, καλὰ ἡγεῑσθαι», Ευδοκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τυφλός + -ποιός].