Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τυχαῖος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: τῠχαῖος Medium diacritics: τυχαῖος Low diacritics: τυχαίος Capitals: ΤΥΧΑΙΟΣ
Transliteration A: tychaîos Transliteration B: tychaios Transliteration C: tychaios Beta Code: tuxai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A accidental, Plu.Num.10, Placit.1.4.1, Procl. in Alc.p.78C. Adv. -ως casually, J.AJ5.9.2, AP12.222 (Strat.), Theol.Ar.53.    II Τυχαῖον, τό, temple of Fortuna (Τύχη), D.C.43.21, al., IGRom.1.800 (Thrace), OGI585.5 (Cyprus); at Constantinople, Hsch.Mil.Fr.4.15: late spelling Τυχέῳ (dat.) BGU9i 21 (iii A. D.).    III ἔμπορος τυχαίων dub. l. in IG14.419 (Messana).    IV Τυχαία, ἡ, = Τύχη, CIG4556 (Palestine).

Greek (Liddell-Scott)

τῠχαῖος: -α, -ον, (τύχη) ὡς καὶ νῦν, κατὰ τύχην, Πλουτ. Νουμ. 10., 2, 878C· τὰ τυχαῖα, τὰ κατὰ τύχην συμβαίνοντα, Συνέσ. 166Β· - Ἐπίρρ., ὡς καὶ νῦν, -ως, κατὰ τύχην, Ἀνθ. Π. 12. 222, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 5. 9, 2. ΙΙ. συνήθης, κοινός, ὡς τὸ ὁ τυχών, Εὐστ. Πονημ. 83. 49.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
fortuit, accidentel.
Étymologie: τύχη.
Syn. τυχηρός.

Greek Monolingual

-α, -ο / τυχαῑος, -αία, -ον, ΝΜΑ
αυτός που συμβαίνει κατά τύχην, από σύμπτωση, απρόβλεπτος, μη σκόπιμος (α. «τυχαίο γεγονός» β. «τυχαία συνάντηση» γ. «ἀκούσιον καὶ οὐκ ἐξεπίτηδες γεγονέναι τὴν ἀπάντησιν», Πλούτ.)
νεοελλ.
1. ασήμαντος, μηδαμινός («δεν είναι τυχαίος άνθρωπος»)
2. το ουδ. ως ουσ. το τυχαίο
(νομ.) απρόβλεπτο αρνητικό περιστατικό, που μεταβάλλει την συνήθη πορεία τών πραγμάτων, δίχως να θεμελιώνει, κατά κανόνα, ευθύνη και, αντιστοίχως, απαίτηση τών ανυπαίτιων προσώπων στα συμφέροντα τών οποίων επιδρά
νεοελλ.-αρχ.
το ουδ. ως ουσ. το τυχαίο συμβάν, το τυχαίο γεγονός
μσν.
κοινός, συνήθης, συνηθισμένος.
επίρρ...
τυχαίως ΝΜΑ, και τυχαία Ν
κατά τύχην, κατά τρόπο τυχαίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τύχη + κατάλ. -αῖος (πρβλ. μοιρ-αῖος)].

Greek Monotonic

τῠχαῖος: -α, -ον, (τύχη), κατά τύχη, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

τῠχαῖος: случайный Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τυχαῖος -α -ον [τύχη] toevallig.

Middle Liddell

τῠχαῖος, η, ον τύχη
accidental, chance, Plut.