Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τϊθαίνομαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τϊθαίνομαι Medium diacritics: τϊθαίνομαι Low diacritics: τϊθαίνομαι Capitals: ΤΪΘΑΙΝΟΜΑΙ
Transliteration A: tïthaínomai Transliteration B: tithainomai Transliteration C: tithainomai Beta Code: ti+qai/nomai

English (LSJ)

   A v. τιθηνέω.

Greek Monolingual

Α
τρέφω κάποιον ως τροφός, θηλάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τιθήνη «τροφός». Ο τ. μαρτυρείται στον αόρ. ἐτιθήνατο].