Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τόκα

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: τόκᾰ Medium diacritics: τόκα Low diacritics: τόκα Capitals: ΤΟΚΑ
Transliteration A: tóka Transliteration B: toka Transliteration C: toka Beta Code: to/ka

English (LSJ)

Dor. for τότε, Pi.O.6.66, N.6.10, Epich.147, Isyll.7, SIG527.99 (Drerus, iii B. C.), Berl.Sitzb.1927.159 (Cyrene), etc.

German (Pape)

[Seite 1125] dor. statt τότε; Pind. τόκα μέν – τότ' αὖ, Ol. 6, 66; τόκα μέν – τόκα δέ, N. 6, 10.

Greek (Liddell-Scott)

τόκᾰ: Δωρ. ἀντὶ τοῦ τότε (ἴδε Κκ ΙΙ. 3), Πινδ. Ο. 6. 112, Ν. 6, 18, Ἐπιχ., κλπ.

French (Bailly abrégé)

dor. c. τότε.

English (Slater)

τόκα τόκα τόκα, τόκα τότε,
   1 at one time, at another ἀρούραισιν, αἵτ' ἀμειβόμεναι τόκα μὲν ὦν βίον ἀνδράσιν ἐπηετανὸν ἐκ πεδίων ἔδοσαν, τόκα δ αὖτ ἀναπαυσάμεναι σθένος ἔμαρψαν (N. 6.10) οἱ ὤπασε θησαυρὸν δίδυμον μαντοσύνας, τόκα μὲν φωνὰν ἀκούειν, εὖτ' ἂν δὲ κτίσῃ, τότ αὖ χρηστήριον θέσθαι κέλευσεν (O. 6.66)

Greek Monolingual

(I)
Α
(δωρ. τ.) βλ. τότε.
(II)
Ν
επιφών.
1. παρορμητική έκφραση για σφίξιμο τών χεριών ή για τσούγκρισμα ποτηριών
2. (ως ουσ. σε φρ.) «κάνω τόκα» — σφίγγω το χέρι κάποιου ή τσουγκρίζω το ποτήρι μου με το ποτήρι του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. toccare «αγγίζω, πιάνω»].
(III)
η, Ν
είδος μικρού γυναικείου σκούφου.
(IV)
η, Ν
βλ. τοκάς (II).

Greek Monotonic

τόκᾰ: Δωρ. αντί τότε.

Russian (Dvoretsky)

τόκᾰ: adv. Pind. дор. = τότε.