Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τύπωμα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: τῠπωμα Medium diacritics: τύπωμα Low diacritics: τύπωμα Capitals: ΤΥΠΩΜΑ
Transliteration A: týpōma Transliteration B: typōma Transliteration C: typoma Beta Code: tu/pwma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A that which is formed or moulded, τ. χαλκόπλευρον, of a brazen urn, S.El.54; figure, outling, μορφῆς τ. E.Ph.162.    2 seal-impression, Anon. in Gött.Nachr.1922.35 (cf. 40): hence,    b impression received in perception, = φάντασμα, Plu.2.1121c.

German (Pape)

[Seite 1163] τό, das Geformte, Gebildete, Abgebildete; χαλκόπλευρον, ein aus Kupfer geformter Aschenkrug, Soph. El. 54; μορφῆς, Eur. Phoen. 165; ein Eindruck auf die Sinne, Plut. adv. Col. 25.

Greek (Liddell-Scott)

τύπωμα: [ῠ], τό, (τυπόω) τετυπωμένον, κατεσκευασμένον κατά τινα τύπον, τ. χαλκόπλευρον, ἐπὶ χαλκίνης κάλπης, Σοφ. Ἠλ. 54· σχῆμα, σχέδιον, τ. μορφῆς Εὐρ. Φοίν. 162. ΙΙ. ἐντύπωσις ἐπὶ τῶν αἰσθητηρίων, Πλούτ. 2. 1121C.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 objet modelé (vase, urne);
2 impression sur les sens.
Étymologie: τυπόω.

Greek Monolingual

-ώματος, το, ΝΜΑ τυπῶ
νεοελλ.
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τυπώνω, εκτύπωση («δεν άρχισε ακόμη το τύπωμα του βιβλίου»)
αρχ.
1. αποτύπωματύπωμα χαλκόπλευρον», Σοφ.)
2. μορφή, σχήματύπωμα μορφής», Ευρ.)
3. αυτό που εντυπώνεται στα αισθητήρια ή στον νου («φάντασμα καὶ τύπωμα», Πλούτ.)
4. απόφανση Ρωμαίου αυτοκράτορα ή πάπα σχετικά με νομική ή θρησκευτική αμφισβήτηση.

Greek Monotonic

τύπωμα: [ῠ], τό (τυπόω), αυτό που είναι τυπωμένο, κατασκευασμένο σύμφωνα με κάποιο τύπο, τύπωμα χαλκόπλευρον, λέγεται για χάλκινη κάλπη, σε Σοφ.· σχήμα, περίληψη, σχέδιο, σε Ευρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τύπωμα -ατος, τό [τυπόω] urn:. τύπωμα χαλκόπλευρον een bronzen urn Soph. El. 54. vorm, figuur:. μορφῆς τύπωμα de vorm van zijn figuur Eur. Phoen. 162.

Russian (Dvoretsky)

τύπωμα: ατος (ῠ) τό
1) очерк, очертания: μορφῆς τ. Eur. контур, силуэт;
2) сосуд, урна (τ. χαλκόπλευρον Soph.);
3) отображение, впечатление Plut.

Middle Liddell

τύ˘πωμα, ατος, τό, τυπόω
that which is moulded, τ. χαλκόπλευρον, of a brazen urn, Soph.: a figure, outline, Eur.