Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τῆτες

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: τῆτες Medium diacritics: τῆτες Low diacritics: τήτες Capitals: ΤΗΤΕΣ
Transliteration A: tē̂tes Transliteration B: tētes Transliteration C: tites Beta Code: th=tes

English (LSJ)

Adv.

   A this year, of or in this year, esp. in Com., as Ar.Ach. 15, V.400 (anap.), Fr.148a, cf. Lys.Fr.216 S.; ἡ τ. ἡμέρα this very day, cited as an unusual phrase by Ath.3.98b:—a Dor. form τῆδες is cited by Sch.Ar.Ach.15, Suid. s.v. τῆτες, Eust.1618.39; Dor. τᾶτες Sch.Ar., Suid. ll. cc.; τῆτα Suid. (Cf. σῆτες, σᾶτες, σατινός; prob. related to ἔτος as σήμερον (τήμερον) to ἡμέρα.)

German (Pape)

[Seite 1109] adv., att. statt des ion. u. gemeinen σῆτες, heuer, in diesem Jahre; auch ἡ τῆτες ἡμέρα, der heutige Tag, Comic.; vgl. Piers. Moeris p. 364. – Man leitet es von ἔτος ab, nach derselben Analogie, wie τήμερον von ἡμέρα.

Greek (Liddell-Scott)

τῆτες: Ἐπίρρ., τούτῳ τῷ ἔτει, κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος, μάλιστα παρὰ τοῖς κωμ. ποιηταῖς, οἷον Ἀριστοφ. Ἀχ. 15, Σφ. 400, Ἀποσπ. 196, πρβλ. Λυσίαν παρ’ Ἁρποκρ. ἐν λέξ.· ἡ τῆτες ἡμέρα, τήμερον, σήμερον, ὅπερ μνημονεύεται ὡς συνήθης φράσις παρ’ Ἀθην. 98Β. πρβλ. σῆτες· - ὁ τύπος μνημονεύεται παρὰ τοῖς Γραμματ. (Ἐντεῦθεν τὰ ἐπίθ. τητινὸς σητινός, τήτειος σήτειος, τητάνειος σητάνειος· τῆτες σῆτες ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ἔτος, οἵαν τὸ σήμερον τήμερον πρὸς τὸ ἡμέρα, πρβλ. σήμερον). - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 366.

French (Bailly abrégé)

adv.
cette année.
Étymologie: τὸ ἔτος ; cf. τήμερον de τῇ ἡμέρᾳ.

Greek Monolingual

και σῆτες και δωρ. τ. τῆδες και τᾱτες και τῆτα και σᾱτες Α
επίρρ.
1. φέτος, αυτήν τη χρονιά
2. φρ. «ἡ τῆτες ἡμέρα» — η σημερινή μέρα, σήμερα ακριβώς Αθήν..
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. τῆτες / σῆτες έχει προέλθει από την αιτ. ενός ουδετέρου, σύνθετου με α΄ συνθετικό το ΙΕ μόριο ke- / ki- (δεικτικό για αντικείμενα κοντινής απόστασης, βλ. λ. εκεί) και β' συνθετικό το -(F)ετες, ουδ. του -(F)ετης (< ἔτος). Ο τ. σῆτες / σᾶτες έχει σχηματιστεί από σα-Fετες < kiā-Fετεςμορφή kıa- του πρώτου συνθετικού, αντί του αναμενόμενου -, είναι αναλογική προς τον τ. kiāμερον < - + ᾱμέρα / ἡμέρα της λ. σήμερον), ενώ ο τ. τῆτες σχηματίστηκε αναλογικά προς τον τ. τήμερον του σήμερον (βλ. λ. σήμερα). Ο τ. απαντά ήδη στη Μυκηναϊκή με τη μορφή zawete = σᾱFετες].

Greek Monotonic

τῆτες: επίρρ., αυτό το έτος, κατά τη διάρκεια αυτού του έτους, σε Αριστοφ.· (το τῆτις έχει σχέση προς το σῆτες, ἔτος, όπως το τήμερον προς το σήμερον, ἡμέρα).

Russian (Dvoretsky)

τῆτες: adv. [из τὸ ἔτος в этом году Arph., Plut.

Middle Liddell


this year, of or in this year, Ar. (τῆτες is related to σῆτες, ἔτος, as τήμερον to σήμερον, ἡμέρα.)

Frisk Etymology German

τῆτες: (att. Kom. u.a.),
{tē̃tes}
Forms: ion. σῆτες (EM), dor. hell. σα̃τες (Gela, PCair. Zen. IIIa; vgl. Mayser Pap. I : 3, 126), auch τᾶτες, τῆδες, τῆτα (Sch., Eust., Suid.); myk. za-we-te (?)
Grammar: Adv.
Meaning: heuer, in diesem Jahr.
Derivative: Davon τητινός (Luk. Lex., Hdn. Gr., Phryn., Poll.), σατινός (PCair. Zen., EM) heurig, diesjährig; auch σητάν(ε)ιος (ion. hell. u. sp.), σατ- (Sch.), τητ- (Poll. v.l.) ib. (von Feldfrüchten); zum Suffix vgl. ἐπηετανός, κριθ-, σιτανίας; dazu σητανώδης ib. (Hp. ap. Gal.), σητείους· νέους H.
Etymology : Erstarrter Akk. n. eines Adjektivs (vgl. τρίετες) von ϝέτος und dem Demonstr. *ḱi- (s. ἐκεῖ). Für das zu erwartende *κι-(ϝ)ετες (= alb. si-vjet dieses Jahr; Mann Lang. 28, 33) scheinen σῆτες, τῆτες, τᾶτες nach den sinnverwandten σήμερον, τήμ-, σάμ- eingetreten zu sein (Brugmann Sächs. Ges. Ber. 1901, 99, 101 u. 105).
Page 2,895