Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υιός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο / υἱός, ΝΜΑ, και άχρηστος τ. υἱεύς, και βοιωτ. τ. ὑειός, και λακων. τ. υἱύς, και ὑός, και ὑύς, και Fhιός και συνηρ. τ. ὕς, Α
(λόγιος τ.)
1. το αρσενικό παιδί, ο γιος (α. «θετός υιός» β. «Ἕκτορ, υἱὲ Πριάμοιο», Ομ. Ιλ.)
2. φρ. α) εκκλ. «ο υιός του ανθρώπου» — ο Ιησούς Χριστός (ΚΔ)
νεοελλ.
φρ. α) «άσωτος υιός»
(από την ευαγγελική παραβολή) γιος που σπατάλησε αλόγιστα όλη την πατρική περιουσία ζώντας έκλυτη ζωή
β) «νόθος υιός» — γιος που γεννήθηκε από μη νόμιμο γάμο
αρχ.
1. (σπάν.) γέννημα ζώου («ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον υἱὸν ὑποζυγίου», ΚΔ)
2. η κλητ. υἱέ
προσφώνηση συγγραφέα σε αναγνώστη
3. φρ. α) «υἱοὶ τῶν Ἀχαιῶν» — οι Αχαιοί (Ομ. Ιλ.)
β) «υἱὸς εἰρήνης» — ο Ιησούς Χριστός
γ) «υἱοὶ ἀνθρώπων» και «υἱοὶ θεοῡ» — οι άνθρωποι (ΚΔ)
δ) «δάμου υἱός» και «υἱὸς πόλεως» και «υἱὸς Ἑλλάδος» — τιμητικοί τίτλοι επιγρ.
ε) «Θεοῡ υἱός»
(στους Ρωμαίους) πατρωνυμικό του Αυγούστου πάπ..
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. υἱός και μάλιστα η αρχική της μορφή που μαρτυρείται στη δωρική διάλ. υἱύς, ανάγεται στην ΙΕ ρηματική ρίζα sū- «γεννώ, φέρνω στον κόσμο» (πρβλ. αρχ. ινδ. sūte «φέρνω στον κόσμο» και suta «γιος, αυτός που έχει έλθει στον κόσμο», αρχ. ιρλδ. suth «γέννηση»). Οι τ. με σημ. «γιος» στις διάφορες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες έχουν σχηματιστεί από τη ρίζα sū- είτε με επίθημα -yu- (πρβλ. ελλ. υἱύς, τοχαρ. Β' soy, τοχαρ. Α' se, seyo) είτε με έρρινο επίθημα -nu- (πρβλ. αρχ. ινδ. sūnuh, αβεστ. hunuš, λιθουαν. sūnus, αρχ. σλαβ. synŭ, γοτθ. sunus, αγγλοσαξ. sunu απ' όπου τα αγγλ. sun, γερμ. Sohn). Η Λατινική και η Κελτική, ωστόσο, δεν μαρτυρούν τ. σχετικούς με τους προηγούμενους: αρχ. ιρλδ. macc, λατ. filius (από όπου τα γαλλ. fils, ιταλ. figlio), ενώ σε άλλες γλώσσες μαρτυρούνται και τ. συνώνυμοι από άλλη ρίζα: αρχ. ινδ. putrah, αβεστ. puθrό (βλ. λ. παῖς). Το όνομα υἱός είχε αρχικά θέμα με βραχύ -υ-: κρητ. υἱύς, αττ. ὑύς και με συναίρεση ὕς. Οι αρχικοί τ. της αιτ. του ενικού ὑιύν και του πληθ. ὑιύνς μαρτυρούνται επίσης στην κρητική διάλ. Στον Όμηρο έχουμε γεν. ενικού υἷος, δοτ. υἷι (με βαρυτονία πιθ. λόγω αιολικής προέλευσης τών τ.) και γεν. πληθ. υἱῶν. Κατ' αναλογία, επίσης, προς τα συμφωνόληκτα, σχηματίστηκαν αιτ. ενικού υἷα και πληθ. υἷας. Η δοτ. πληθ. υἱάσι και ως προς τον φωνηεντισμό -α- και ως προς τον τονισμό ερμηνεύεται κατ' αναλογία προς το πατράσι. Είναι πιθανόν, ωστόσο, ότι μερικές πτώσεις διέθεταν και προκαταληκτικό φωνηεντισμό -ε-: ονομ. πληθ. υἱέες / υἱεῖς. Το φωνήεν -ε-, μάλιστα, φαίνεται ότι επεκτάθηκε και έτσι έχουμε: γεν. εν. υἱέος, δοτ. εν. υἵεϊ / υἱεῖ, αιτ. εν. υἱέα και αιτ. πληθ. υἱέας (αττ. υἱεῖς κατά το πήχεις), δοτ. πληθ. υἱέσι. Τελικά, η λ. προσχώρησε στη θεματική κλίση με φωνηεντισμό -ο- (υἱός, υἱοῦ, υἱῷ, υἱόν, υἱοί, υἱῶν, υἱοῖς, υἱούς) ήδη από τον Όμηρο, ενώ τόσο το θέμα σε -ε- όσο και το θέμα σε -ο- φαίνεται ότι σχηματίστηκαν για να αποφευχθεί η διαδοχική παρουσία τών δύο -υ-. Στη Νέα Ελληνική, τέλος, χρησιμοποιείται η λ. γιος (υιός> υγιός> γιος).
ΠΑΡ. υιικός, υιότητα (-ης)
αρχ.
ὑιάφιον, ὑΐδιον, υἱδοῦς
αρχ.-μσν.
υἱῶ
μσν.
υἱοῦμαι, υἱωνός.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) υιοθεσία, υιοκτόνος
αρχ.
υἱαρχία, υἱόθρεπτος
αρχ.-μσν.
υἱοπάτωρ, υἱοποιοῦμαι
μσν.
υἱοποιός, υἱοπρεπής, υἱοτοκία
(Β' συνθετικό) νεοελλ. ακριβογιός, καλογιός, μοναχογιός, παραγιός, ψυχογιός].