Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπερβάλλω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

ὑπερβάλλω ΝΜΑ βάλλω
1. υπερβαίνω, υπερέχω, είμαι ανώτερος από κάποιον, ξεπερνώ κάποιον (α. «υπερβάλλει τους συναδέλφους του σε αποδοτικότητα» β. «μήτ' ἄρ' ὑπερβάλλων βοὸς ὁπλὴν μήτ' ἀπολείπων», Ησίοδ.)
2. (η μτχ. ενεστ. ως επίθ.) υπερβάλλων, -ουσα, -ον
υπερβολικός, υπέρμετρος (α. «επιδεικνύει υπερβάλλοντα ζήλο» β. «βροντῆς ὑπερβάλλων κτύπος», Αισχύλ.)
νεοελλ.
1. εμφανίζω κάτι με υπερβολή, μεγαλοποιώ, τά παραλέω («δεν σέ πιστεύω γιατί εσύ πάντοτε υπερβάλλεις»)
2. (το ουδ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) το υπερβάλλον
το πλεόνασμα
3. φρ. α) «υπερβάλλον τέλος» — τέλος μεγαλύτερο από το κανονικό ή από το νόμιμο
β) «υπερέβαλε τον εαυτό του» ή «υπερέβαλε εαυτόν» — έκανε κάτι καλύτερο ή χειρότερο απ' ό,τι θα περίμενε κανείς
αρχ.
1. ρίχνω βολή πέρα από κάποιο σημείο, ξεπερνώ ένα σημάδι (α. «ὑπέρβαλε σήματα πάντων», Ομ. Ιλ.
β. «δουρὶ δ' ὑπειρέβαλον Φυλῆα», Ομ. Ιλ.)
2. τρέχω πιο μπροστά από κάποιον, τον ξεπερνώ («ἐὰν δὲ μὴ πρὸς αὐτοῑς ὦσι τοῑς ἴχνεσιν, ἀλλ' ὑπερβάλλωσι», Ξεν.)
3. υπερισχύω, καταβάλλωδέδοικα μὴ πόνοις ὑπερβάλη με γῆρας», Ευρ.)
4. ξεπερνώ κάποιο χρονικό σημείο («ἔτεα μὲν ἐς ἐείκοσι καὶ ἑκατὸν τοὺς πολλοὺς αὐτῶν ἀπικνέεσθαι, ὑπερβάλλειν δὲ τινας καὶ ταῡτα», Ηρόδ.)
5. προσφέρω ανώτερη, καλύτερη τιμή («προέβαινε τοῑσι χρήμασι ὑπερβάλλων», Ηρόδ.)
6. διέρχομαι, διαβαίνω («Σαρωνικοῡ πορθμοῡ κάτοπτον πρῶν' ὑπερβάλλειν πρόσω φλέγουσαν», Αισχύλ.)
7. (για πλοίο) περνώ, υπερκάμπτω, παρακάμπτω («ὑπὸ δὲ ἐτησιέων ἀνέμων ὑπερβαλέειν Μαλέην οὐχ οἷοί τε γενέσθαι», Ηρόδ.)
8. (για νερό ποταμού ή δοχείου) υψώνομαι και χύνομαι, ξεχειλίζω (α. «ὑπερβάλλει δὲ θάλασσα ἀμφοτέρων τοίχων», Θέογν
β. «λέβητες... ἔζεσαν καὶ ὑπερέβαλον», Ηρόδ.)
9. (για τον ήλιο) βρίσκομαι στο υψηλότερο σημείο του ουρανού, έχω τη μεγαλύτερη θερμότητα
10. αναβάλλω
11. αργοπορώ, καθυστερώ
12. (κατά τον Ησύχ.) «παραβαίνωἐπαναφέρω εἰς συμβουλίαν»
13. μέσ. ὑπερβάλλομαι
αναδεικνύομαι νικητής
14. (η μτχ. ουδ. ενεστ. ως ουσ.) τὰ ὑπερβάλλοντα
η υπερβολή, η έλλειψη μέτρου
15. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) ὑπερβεβλημένος, -η, -ον
έξοχος, λαμπρός («ὑπερβεβλημένη γυνή», Ευρ.)
16. φρ. α) «ὑπερβάλλω τὰς τρεῑς ἡμέρας» — καθυστερώ περισσότερο από τρεις μέρες (Ιπποκρ.)
β) «ὑπερβάλλω τὸν χρόνον» — έχω καθυστερήσει (Ξεν.).