Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υφαντουργός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο και η / ὑφαντουργός, -όν, ΝΜ
ο υφαντής
νεοελλ.
1. ιδιοκτήτης υφαντουργείου
2. μηχανικός υφαντουργείου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑφαντός + -ουργός (< ἔργον), πρβλ. ξυλ-ουργός, σιδηρ-ουργός].