Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φάλαινα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: φάλαινα Medium diacritics: φάλαινα Low diacritics: φάλαινα Capitals: ΦΑΛΑΙΝΑ
Transliteration A: phálaina Transliteration B: phalaina Transliteration C: falaina Beta Code: fa/laina

English (LSJ)

   A v. φάλλαινα.

German (Pape)

[Seite 1252] ἡ, 1) der Wallfisch, balaena, Arist. H. A. 1, 5; – übh. ein alles verschlingendes Unthier, Ar. Vesp. 35. 39, Lycophr. 841. – 2) eine Lichtmotte, sonst ἡ πετομένη ψυχή, Hesych.; Nic. Th. 760; Ael. H. A. 1, 58. – [Die spätere Schreibart φάλλαινα ist aus Unkenntniß der Länge des α entstanden, welche aus Nic. Th. 760 Nonn. D. 6, 298 Iuven. 10, 14 erhellt.]

Greek (Liddell-Scott)

φάλαινα: φάλη, ἰδὲ φάλλαινα, φάλλη.

French (Bailly abrégé)

1ης (ἡ) :
1 baleine, poisson;
2 tout animal énorme et vorace.
Étymologie: φάλη.
2ης (ἡ) :
phalène, papillon de nuit, insecte.
Étymologie: φαλός.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ, και φάλλαινα Α- θαλάσσιο κήτος, κοινή, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, ονομασία τών πιο μεγαλόσωμων θαλάσσιων θηλαστικών της τάξης κητώδη και ιδιαίτερα αυτών της υπόταξης μυστακοκητώδη, που είναι τα πιο ογκώδη ζώα του πλανήτη
νεοελλ.
μτφ. πολύ μεγαλόσωμη και παχύσαρκη γυναίκα
αρχ.
(γενικά) αδηφάγο θηρίοκἄπειτα τούτοις τοῑς προβάτοισι μούδόκει δημηγορεῑν φάλλαινα πανδοκεύτρια», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. φάλλ-αινα έχει προέλθει από τον τ. φαλλός (πιθ. λόγω του σχήματος του ζώου) και έχει πιθ. σχηματιστεί με την κατάλ. -αινα, που απαντά σε ον. θηλυκών ζώων, μέσω ενός τ. φάλλ-ων (πρβλ. δράκ-αινα: δράκων, λέαινα: λέων). Κατ' άλλη άποψη, λιγότερο πιθανή, αρχικός είναι ο τ. φάλλη (< φαλλός με αλλαγή γένους), ο οποίος στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε με μειωτική σημ. με την κατάλ. -αινα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λ. φάλλαινα δεν μπορεί να συνδεθεί ετυμολογικώς με τ. άλλων γλωσσών που χρησιμοποιούνται για το ζώο αυτό (πρβλ. αγγλ. whale, γαλλ. baleine). Εξάλλου, και το λατ. ballaena, παρά τη σχετική ομοιότητά του, δεν αποτελεί δάνειο από την Ελληνική. Ορθή γρφ. της λ. είναι ο τ. φάλλαινα, απαντά, όμως, σε κώδικες και η απλούστερη γρφ. φάλαινα, η οποία και έχει επικρατήσει στη Νέα Ελληνική].

Greek Monotonic

φάλαινα: βλ. φάλλαινα.

Russian (Dvoretsky)

φάλαινα: v. l. φάλλαινα ἡ кит (Balaena) Arst., перен. чудовище (φ. πανδοκεύτρια Arph.).

Middle Liddell

[v. φάλλαινα.]