Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φάτις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φάτις Medium diacritics: φάτις Low diacritics: φάτις Capitals: ΦΑΤΙΣ
Transliteration A: phátis Transliteration B: phatis Transliteration C: fatis Beta Code: fa/tis

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ: acc. φάτιν: voc.

   A φάτι S.OT151 (lyr.), φάτις Id.Aj. 173 (lyr.): contr. acc. pl. φάτῑς Pi.P.3.112 (s.v.l.): not found in any other cases: (φηυί):—poet. Noun, used also by Hdt.,    I voice from heaven (not in Hom.), oracle, φ. Διός S.OT151 (lyr.), cf. 1440, E.Supp.834 (lyr.); ἀπὸ θεσφάτων τίς ἀγαθὰ φ. βροτοῖς στέλλεται; A.Ag.1132 (lyr.); ἀπ' οἰωνῶν S.OT310; Μουσάων Ar.Av.924 (lyr.); of a dream, A.Pers.227 (troch.); of the interpreter of dreams, ib. 521.    2 voice or saying among men, common talk, rumour, αἰσχυνόμενοι φάτιν ἀνδρῶν ἠδὲ γυναικῶν Od.21.323, cf. Sol.2.3; φ. ἀνθρώπους ἀναβαίνει ἐσθλή good report. Od.6.29; εὐκλεής E.Fr.242; φ. βαρεῖα A.Ag.456 (lyr.); ἐπίψογος ib.611; κακά S.Aj.186 (lyr.); φ. ἔτυμος, νημερτής, E.IA794 (lyr.), Lyc.1051; μαψίδιος, ψευδής, E.Hel.251 (lyr.), AP7.239 (Parmen.); in Doric Prose, PSI9.1091.5: c. gen. objecti, φ. μνηστήρων a report of the suitors, Od.23.362: but κατὰ τῶν ἱρέων τὴν φάτιν as the priests' story runs, Hdt.2.102; ὡς φ. ὅρμηται Id.7.189; φ. κρατεῖ A.Supp.294; ὥσπερ ἡ φ. S.OT715; ὡς φ. ἀνδρῶν Id.Ant. 829 (lyr.); οὕτω φ. αὐδᾷ E.Ion225 (lyr.): ἡ φ. μιν ἔχει the report goes of him... Hdt.7.3, cf. 8.94; ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει φάτις Pi.P. 1.96: reversely, in same sense, ἔχει τινὰ φάτιν ἀνὴρ Ἐφέσιος Hdt.9.84, cf. E.Hel.l. c.: φάτιν ἀγγέλλειν, φέρειν, Batr. 138, A.Ag.9, etc.; ἆραι S.Aj.191 (lyr.); καταβαλεῖν φ. ὡς . . Hdt.1.122; κλύειν φάτιν S.Aj.850; φ. ἐπέρχεται, ἦλθέ τινι, Id.Ant.700, E.Hipp.130 (lyr.); ἐς τοὺς δήμους φ. ἀπίκετο ὡς . . Hdt.1.60; ἐνθεῦτεν φ. κεχώρηκε ib.122; ἦ σ' ἐπίανέν τις ἄπτερος φ.; A.Ag.276; proverb, φ. αὐτοῖσιν μαρτυρεῖ Heraclit.34 (cf. Trag.Adesp.517).    3 subject of a saying or report, Νέστορα καὶ Σαρπαδόν', ἀνθρώπων φάτις themes of many a tale, Pi.P.3.112 (s. v. l.); δέρκομαι φάτιν ἄφραστον a thing unspeakable, S.Tr.693.    II speech. words, of a single person, Id.Ph.1045, El. 329,1213.    2 speech, language, Ἕλλην' ἐπίσταμαι φάτιν A.Ag. 1254.    III a name, Id.Fr.6.

German (Pape)

[Seite 1258] εως, ion. ιος, ἡ, Sage, Rede, Gerücht, Od. 21, 323; φάτις μνηστήρων, das Gerücht von den Freiern, 23, 262; Pind. ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει φάτις, P. 1, 96, u. öfter; wie Her., ἡ φάτις ἔχει μιν, die Sage geht von ihnen, 7, 3. 8, 94; κατὰ φάτιν 2, 102; auch ἔχει τινὰ φάτιν ἀνὴρ Ἑφέσιος 9, 84; vgl. Eur. Hel. 251; πολύστονος Aesch. Eum. 358; φάτιν φέρειν, ein Gerücht verbreiten, Ag. 9, wie Soph. El. 56 Ai. 813; νεάγγελτος Aesch. Ch. 725; φάτιν κλύειν Soph. Ai. 857, vgl. O. R. 715 Ai. 954; φάτις ἕρπεται Ant. 696, vgl. Ai. 173. 186; auch die Sprache selbst, Ἕλλην' ἐπίσταμαι φάτιν Aesch. Ag. 1227; vgl. φάτιν βαρεῖαν εἰπεῖν Soph. Phil. 1034; – Nachrede, Ruf, ἐσθλή Od. 6, 29, ἀστῶν βαρεῖα Aesch. Ag. 444. – Vom Orakel, ἀπὸ θεσφάτων Aesch. Ag. 1103; Soph. O. R. auch ἀπ' οἰωνῶν φάτις, 310; Eur. Phoen. 23. – Pind. P. 3, 112 Νέστορα καὶ Σαρπηδόν', ἀνθρώπων φάτις, die von den Menschen gerühmt werden; u. so bei Soph. Trach. 690, δέρκομαι φάτιν ἄφραστον ἀξύμβλητον ἀνθρώπῳ μαθεῖν, die Sache selbst, von der gesprochen wird.

Greek (Liddell-Scott)

φάτις: [ᾰ], ἡ· αἰτ. φάτιν· κλητ. φάτι Σοφ. Οἰδ. Κολ. 151 ἢ φάτις ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 173· συνῃρ. αἰτ. πληθ. φάτῑς Πινδ. Π. 3. 199· ἐν ἄλλῃ πτώσει δὲν ἀπαντᾷ: (φημί, ἴδε ἐν λέξει φάω)· ― ποιητ. ὄνομα ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἡροδ., Ι. ὡς τὸ φήμη, φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ, ἡ φωνὴ μαντείου, χρησμός, φάτις θεοῦ, Διός, Φοίβου Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 151, 1440, Ἱκέτ. 834· ἀπὸ θεσφάτων φ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1132· ἀπ’ οἰωνῶν Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 310· Μουσάων Ἀριστοφ. Ὄρν. 924 (λυρικ.)· ἐπὶ ὀνείρου, Αἰσχύλ. Πέρσ. 227· καὶ ἐπὶ τοῦ ἑρμηνευτοῦ ὀνείρων, αὐτόθι 521· ― ἀλλ· οὐδέποτε οὕτω παρ’ Ὁμ. 2) φωνὴ ἢ λόγος παρὰ τοῖς ἀνθρώποις, κοινὴ ὁμιλία, λόγος, φήμη, Λατιν. fama, αἰσχυνόμενοι φάτιν ἀνδρῶν ἠδὲ γυναικῶν Ὀδ. Φ. 323, πρβλ. Σόλωνα 2. 3· φ. ἀνθρώπους ἀναβαίνει ἐσθλή, ἀγαθὴ φήμη, Ὀδ. Ζ. 29· οὕτω, φ. ἀγαθὰ Αἰσχύλ. Ἀγ. 1132· εὐκλεὴς Εὐρ. Ἀποσπ. 244· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ φ. ἐχθρά, Πινδ. Π. 1. 187· βαρεῖα Αἰσχύλ. Ἀγ. 456· ἐπίψογος αὐτόθι 611· κακὴ Σοφ. Αἴ. σελ. 187, 193· ὡσαύτως, φ. ἔτυμος Εὐρ. Ἰφ. ἐν Αὐλ. 795· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ μαψίδιος, ψευδής, ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 251, Ἀνθ. Π., κλπ.· ― μετὰ γεν. τοῦ ἀντικειμένου, φ. μνηστήρων, φήμη περὶ αὐτῶν, Ὀδ. Ψ. 362· ― κατὰ φάτιν, κατὰ τὴν φήμην, Ἡρόδ. 2. 102· οὕτως, ὡς φ. ὥρμηται ὁ αὐτ. 7. 189· ὡς φ. κρατεῖ Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 294· ὥσπερ ἡ φ. Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 715· ὡς φ. ἀνδρῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 829· οὕτω φ. αὐδᾷ Εὐρ. Ἴων 225· ― φ. [ἐστί], λέγεται ὅτι…, Πινδ. Ι. 8 (7), 88, πρβλ. Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 715· ― ἡ φ. μιν ἔχει, ἡ φήμη περὶ αὐτοῦ λέγει..., Ἡρόδ. 7. 3, πρβλ. 8. 94· οὕτω, Φάλαριν κατέχει φάτις Πινδ. Π. 1. 187· ἀλλ’ ὡσαύτως τἀνάπαλιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας, ἔχει τινὰ φάτιν ἀνὴρ Ἐφέσιος Ἡρόδ. 9. 84, πρβλ. Εὐρ. Ἑλ. 251· πρβλ. λόγος Α. ΙΙΙ. 3· ― ἀγγέλων πολέμοιο κακὴν φάτιν, κακὴν εἴδησιν, Βατραχομυομ. 138· φέρειν φάτιν, αὐγὴν πυρὸς φέρουσαν ἐκ Τροίας φάτιν, ἀγγελίαν ἐκ Τροίας, Αἰσχύλ. Ἀγ. 9, κλπ.· αἴρειν Σοφ. Αἴ. 193· καταβάλλειν φ., ὡς... Ἡρόδ. 1. 122· ὡσαύτως, κλύειν φάτιν Σοφ. Αἴ. 850· φ. ἐπέρχεται ἐς.. Ἡρόδ.1. 122· ὡσαύτως, κλύειν φάτιν Σοφ. Αἴ. 850· φ. ἐπέρχεται, ἔρχεταί τινι Σοφ. Ἀντ. 700, Εὐρ. Ἱππόλ. 130· ἀπικνέεται ἐς... Ἡρόδ. 1. 60· ἐντεῦθεν χωρεῖ αὐτόθι 122· πρβλ. ἄπτερος ΙΙ. 3. 3) θέμα ὁμιλίας ἢ φήμης, Νέστορα καὶ Σαρπηδόν’ ἀνθρώπων φάτις Πινδ. Π. 3. 199· φάτιν ἄφραστον, πρᾶγμα ἀνέκφραστον, Σοφ. Τραχ. 694· πρβλ. λόγος Α. VIII, ῥῆμα Ι. 3. ΙΙ. λόγος, βαρεῖαν ὁ ξένος φάτιν τήνδ’ εἶπε Σοφ. Φιλοκτ. 1045, Ἠλέκτρα 329, 1213. 2) φωνή, γλῶσσα, καὶ μὴν ἄγαν γ’ Ἕλληνἐπίσταμαι φάτιν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1254. ΙΙΙ. ὄνομα, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 5.

French (Bailly abrégé)

(ἡ) :
I. ce qu’on dit de qqn ou de qch :
1 bruit, rumeur : τινος bruit au sujet de qqn ; ἔχει τινὰ φάτις ὑπὸ Ἀθηναίων HDT les Athéniens font courir un bruit sur qqn ; φάτιν φέρειν ESCHL apporter une nouvelle : φάτις ἔρχεταί τινι EUR, ἐπέρχεταί τινι SOPH, ἀπικνέεται ἔς τινα un bruit vient, parvient jusqu’à qqn ; φάτιν αἴρειν SOPH faire naître un bruit ; κατὰ φάτιν HDT, ὥσπερφάτις SOPH comme le bruit s’est répandu;
2 renommée;
II. sujet de discours ou d’entretien;
III. parole, langage, discours ; parole d’un dieu, oracle ; p. anal. auspice, avertissement donné par un songe;
IV. langue, idiome.
Étymologie: φημί.

English (Autenrieth)

ιος (φημί): report, reputation; w. obj. gen., ‘tidings’ (of the slaughter) of the suitors, Od. 23.362.

English (Slater)

φᾰτις
   1 speech, talk καί πού τι καὶ βροτῶν φάτᾰς ὑπὲρ τὸν ἀλαθῆ λόγον δεδαιδαλμένοι ψεύδεσι ποικίλοις ἐξαπαπῶντι μῦθοι (φάτιν Σ̆{γρ˙}: appositionem φάτις μῦθοι agnovit Hermann: loc. susp.) (O. 1.28) ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει παντᾷ φάτις (P. 1.96) (Πηλεύς) “ὅν τ' εὐσεβέστατον φάτις Ἰαολκοῦ τράφειν πεδίον” (Bothe: φασίν codd.) (I. 8.40) met., of pers. Νέστορα καὶ Λύκιον Σαρπηδόν, ἀνθρώπων φάτῖς (i. e. proverbial among men) (P. 3.112)

Greek Monolingual

-εως και ιων. τ. -ιος, ἡ, Α
1. ανθρώπινη φωνή, ομιλία, λόγος
2. είδηση, φήμη («αὐγὴν πυρὸς φέρουσαν ἐκ Τροίας φάτιν», Αισχύλ.)
3. αντικείμενο φήμης, θέμα ομιλίας («φάτιν ἄφραστον», Σοφ.)
4. φωνή από τον ουρανό ή από μαντείο, χρησμός («ἀπὸ... θεσφάτων... φάτις», Αισχύλ.)
5. όνειρο
6. ερμηνευτής ονείρων, ονειροκρίτης
7. γλώσσα («καὶ μὴν ἄγαν γ' Ἕλλην ἐπίσταμαι φάτιν», Αισχύλ.)
8. όνομα
9. φρ. α) «φάτις (ἐστὶ)» — λέγεται ότι (Πίνδ.)
β) «ὡς φάτις ὅρμηται» και «ὡς ἡ φάτις μιν ἔχει» — όπως οι φήμες λένε γι' αυτό (Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φᾰ- της συνεσταλμένης βαθμίδας του ρ. φημί + κατάλ. -τις (πρβλ. μῆ-τις). Η μη συριστικοποίηση του -τμπροστά από το -ι- οφείλεται στον αρχαϊκό χαρακτήρα της λ.].

Greek Monotonic

φάτις: [ᾰ], αιτ. φάτιν, κλητ. φάτι ή φάτις, συνηρ. αιτ. πληθ. φάτῑς· (φημί
I. 1. όπως φήμη, φωνή από τον ουρανό, φωνή χρησμού, χρησμός, σε Αισχύλ., Σοφ.
2. λόγος ανάμεσα στους ανθρώπους, κοινή ομιλία, φήμη, αναφορά, Λατ. fama, σε Ομήρ. Οδ., Τραγ.· κατὰ φάτιν, κατά φήμη (σύμφωνα με τη φήμη), σε Ηρόδ.· ὡςφάτις κρατεῖ, σε Αισχύλ.· ὥσπερφάτις, σε Σοφ.· φάτις (ἐστί), λέγεται ότι..., σε Πίνδ.· ἡ φάτις μιν ἔχει, η φήμη γύρω από αυτόν, σε Ηρόδ.
3. αντικείμενο ομιλίας, θέμα συζήτησης, σε Πίνδ.
II. λόγος, λέξεις, ενός μόνο ανθρώπου, σε Σοφ.· ομιλία, γλώσσα, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

φάτις: (ᾱ) ἡ (только nom., acc. φάτιν, voc. φάτι и φάτις, acc. pl. φάτῑς)
1) молва, слух, толки (ἀνδρῶν ἠδὲ γυναικῶν Hom.): κατὰ φάτιν и ὡς φ. ὥρμηται Her. или ὥσπερ ἡ φ. Soph. как гласит молва, по слухам; ὡς ἡ φ. μιν ἔχει Her. как ходит о нем слух; ἔχει δέ τινα φάτιν Her. есть какой-то слух; μαψίδιον ἔχειν φάτιν Eur. быть предметом кривотолков;
2) весть (ἀγγέλλειν φάτιν τινός Batr.); φόρειν φάτιν Aesch. приносить весть;
3) речь, слова, изречение (θεοῦ Soph.; Μουσάων Arph.): ἀπὸ θεσφάτων φ. Aesch. прорицание оракула; τίνα τήνδε φωνεῖς φάτιν; Soph. зачем говоришь ты эти слова?;
4) предмет обсуждений, тема: ἀνθρώπων φ. Pind. предмет людских разговоров; φ. ἄφραστος Soph. неописуемое, нечто невообразимое;
5) речь, язык (Ἓλλην φ. Aesch.).

Middle Liddell

φά˘τις, ιος, ἡ, φημί
I. like φήμη, a voice from heaven, the voice of an oracle, an oracle, Aesch., Soph.
2. a saying among men, common talk, rumour, report, Lat. fama, Od., Trag.; κατὰ φάτιν as report goes, Hdt.; ὡς φ. κρατεῖ Aesch.; ὥσπερ ἡ φ. Soph.; φ. ἐστί 'tis said that . . , Pind.; ἡ φ. μιν ἔχει the report goes of him, Hdt.
3. the subject of a saying, a theme, Pind.
II. speech, words, of a single person, Soph.: speech, language, Aesch.