Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φήληξ

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: φήληξ Medium diacritics: φήληξ Low diacritics: φήληξ Capitals: ΦΗΛΗΞ
Transliteration A: phḗlēx Transliteration B: phēlēx Transliteration C: filiks Beta Code: fh/lhc

English (LSJ)

ηκος, ὁ,

   A a wild fig (perh. from φηλός, deceitful, because it seems ripe when it is not really so), Ar.Pax1165 (cf. S.Fr.731).

German (Pape)

[Seite 1267] ηκος, ὁ, die wilde Feige, die schwellend und heranreifend den Schein der Reise hat, aber noch nicht reif ist, Ar. Pax 1131, nach Phryn. in B. A. 71 jede unreife Feige. Es scheint mit φηλός zusammenzuhangen, wegen des täuschenden Scheins der unreifen Feige, Soph. frg. 792 in Gramm. Darmst. in actisMonac. I. II p. 515, φήληκας δέ φαμεν τοὺς πλανῶντας τὴν ὄψιν ὡς πεπείρους.

Greek (Liddell-Scott)

φήληξ: ηκος, ὁ, = ὄλυνθος, ἄγριον σῦκον (πιθανῶς ἐκ τοῦ φηλός, ἀπατηλός, ἐπειδὴ φαίνεται ὥριμον ἐν ᾧ πράγματι δὲν εἶναι), Ἀριστοφ. Εἰρ. 1165, πρβλ. Σχόλ. ἐν τόπῳ καὶ Σοφ. Ἀποσπ. 792. ― Καθ’ Ἡσύχ., «φήληξ· ὄλυνθος, τὸ μὴ πεπεμμένον σῦκον»· ἐντεῦθεν φηληκίζω, = φηλόω, Ἐτυμολ. Μέγ. 160, 41· ― φηληκόθρεπτος, ον, = ἐριναστός, «φηληκόθρεπτον· ἀπὸ ὀλύνθων τῆς συκῆς τεθραμμένον» Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ηκος (ὁ) :
figue qui paraît mûre sans l’être ; figue sauvage.
Étymologie: φηλός.
Par. ἰσχάς, ἰσχάδιον, ὄλυνθος, σῦκον, φιβάλεως.

Greek Monolingual

-ηκος, ὁ, Α
ερινεός, αγριόσυκο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. λ., η οποία μπορεί να έχει προέλθει από το προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα ή να έχει εισαχθεί στην Ελληνική ως δάνεια και η οποία εμφανίζει επίθημα -ηξ, -ηκος (πρβλ. ὅρπ-ηξ). Η σύνδεση του τ. με τη λ. φῆλος / φηλός «απατηλός», η οποία στηρίζεται στην υπόθεση ότι η λ. φήληξ χρησιμοποιήθηκε και για να δηλώσει κάθε σύκο που έδινε την εντύπωση του ώριμου, χωρίς να είναι, πρέπει να θεωρηθεί παρετυμολογική].

Greek Monotonic

φήληξ: -ηκος, ὁ, άγριο σύκο (πιθ. από φηλός = απατηλός, επειδή φαίνεται ώριμο ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι), σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

φήληξ: ηκος ὁ дикая или незрелая фига Soph., Arph.

Middle Liddell

φήληξ, ηκος,
a wild fig (prob. from φῆλος, deceitful, because it seems ripe when it is not really so), Ar.

Frisk Etymology German

φήληξ: -ηκος
{phḗlēks}
Grammar: m.
Meaning: wilde Feige (S.Fr. 781[?], Ar.Pax1165); φηληκόθρεπτον· ὑπὸ ὀλύνθου (cod. ὄλονθον) τῆς συκῆς τεθραμμένον H.
Etymology : Bildung wie ὅρπηξ, σκώληξ u.a., somit von φηλός (s. d.; weil diese Feige heranreifend den Schein der Reife erweckt?) bzw. als LW volksetymol. daran angeschlossen (vgl. Chantraine Form. 381, Nehring Glotta 14, 181).
Page 2,1008