Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαείνω

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: φᾰείνω Medium diacritics: φαείνω Low diacritics: φαείνω Capitals: ΦΑΕΙΝΩ
Transliteration A: phaeínō Transliteration B: phaeinō Transliteration C: faeino Beta Code: faei/nw

English (LSJ)

poet. form of φαίνω,

   A shine, give light, freq. of the sun, ἠέλιος δ' ἀνόρουσε... ἵν' ἀθανάτοισι φαείνοι Od.3.2, cf. Hes.Op.528, Call. in PSI11.1218a7; [ἠὼς] ἐπιχθονίοισι φ. Hes. Th.372; also ἐν νεκύεσσι, μετ' ἀθανάτοισι φ. Od.12.383,385; λαμπτῆρας τρεῖς ἵστασαν ἐν μεγάροισιν, ὄφρα φαείνοιεν 18.308; λαμπτῆρσι φαείνων giving light by... ib.343:—Pass. in same sense, A.R.2.42; appear, ib.4.1362, Call.Ap.9.    2 metaph., λόγος περὶ τοῦδε φαείνει Orph.Fr. 247.9.    II trans., bring to light, ὁπόσ' ἑρπετὰ γαῖα φαείνει Nic. Th.390.

German (Pape)

[Seite 1250] poet. Nebenform von φαίνω, leuchten, scheinen, glänzen; von der Sonne Od. 12, 383; λαμπτῆρας τρεῖς ἔστασαν, ὄφρα φαείνοιεν 18, 308, vgl. 343; Hes. O. 530 Th. 372.

Greek (Liddell-Scott)

φαείνω: ποιητ. ἰσοδύναμος τύπος τῷ φαίνω, λάμπω, παρέχω φῶς, ἠέλιος δ’ ἀνόρουσε..., ἵν’ ἀθανάτοισι φαείνοι Ὀδ. Γ. 2, πρβλ. Μ. 383. 385, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 526· ἠώς... ἐπιχθονίοισι φ. ὁ αὐτ. ἐν Θεογ. 372· ὡσαύτως, λαμπτῆρας τρεῖς ἵστασαν ἐν μεγάροισιν ὄφρα φαείνοιεν Ὀδ. Σ. 308· λαμπτῆρσι φαείνων, παρέχων φῶς διὰ τῶν..., αὐτόθι 343· ― ὁ παθ. ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας, Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 42, κλπ. 2) μεταφορ., λόγος περὶ τοῦδε φαείνει Ὀρφ. Ἀποσπ. 2. ΙΙ. μεταβ., φέρω εἰς φῶς, Νικ. Θηρ. 390.

French (Bailly abrégé)

briller en parl. du soleil, de l’aurore, de flambeaux.
Étymologie: φάος, cf. φαίνω.

English (Autenrieth)

parallel form of φαίνω, the aor. pass. φαάνθη, 3 pl. φάανθεν being referable to either pres.: shine, give light.

Greek Monolingual

Α
(ποιητ. τ.)
1. φωτίζω, φέγγω («λαμπτῆρας τρεῑς ἵστασαν ἐν μεγάροισιν ὄφρα φαείνοιεν», Ομ. Οδ.)
2. (μτβ.) φέρνω στο φως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. φαείνω (< φαFεν-) έχει σχηματιστεί από το ουσ. φάος (βλ. λ. φως) μέσω ενός αμάρτυρου τ. με θ. σε -ν-φαF-εν- (για την ύπαρξη ενός τέτοιου θ. παρλλ. προς το σιγμόληκτο φαF-εσ-, πρβλ. αἰέν [< αἰF-έν]: αἰές [< αἰF-ές], άλλοι τ. του ἀεί). Η αναγωγή του ρ. φαείνω στο επίθ. φαεινός
δεν θεωρείται ορθή, αφού ένα ρ. παρ. του φαεινός θα έπρεπε να ανήκει στην κατηγορία τών συνηρημένων ρ. σε -έω/-. Εξάλλου, και η ερμηνεία μέσω ενός αμάρτυρου τ. φαFεσν- δεν θεωρείται πιθανή].

Greek Monotonic

φᾰείνω: Επικ. ισοδ. τύπος του φαίνω, λάμπω, δίνω φως, λέγεται για τον ήλιο, σε Ομήρ. Οδ., Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

φᾰείνω:
1) сиять, светить, блистать Hom., Hes.;
2) сиять от радости (διά τινος Anth.).