Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαικός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: φαικός Medium diacritics: φαικός Low diacritics: φαικός Capitals: ΦΑΙΚΟΣ
Transliteration A: phaikós Transliteration B: phaikos Transliteration C: faikos Beta Code: faiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A = λαμπρός, S.Fr.1107. Adv. -κῶς Hsch.

German (Pape)

[Seite 1250] = φαιδρός, λαμπρός, Soph. fr. 954 bei Phot. u. Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

φαικός: -ή, -όν, «φαικῷ: ἀκμάζοντι καὶ λευκῷ· οὕτω Σοφοκλῆς» (Ἀποσπ. 954) Φώτ. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «φαικόν· ἐλαφρόν. ἰταμόν. κοῦφον λαμπρόν», καὶ «φαικῷ· ἐνεργῷ, ἀκμάζοντι, ἀπὸ τοῦ φαίνειν οἷον λαμπρόν». Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἑρμηνειῶν καταφαίνεται ὅτι ἡ λέξις ἀνήκει εἰς τὴν ῥίζαν φάω.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
c. φαιδρός.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
1. (κατά τον Ησύχ.) «ἐλαφρός, ἰταμός, κοῡφος, λαμπρός»
2. αυτός που ακμάζει.
επίρρ...
φαικῶς Α
(κατά τον Ησύχ.) «λαμπρῶς».
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. φαικός ανάγεται στην ίδια ρίζα με τα επίθ. φαιός, φαίδιμος και έχει πιθ. σχηματιστεί από το φαιός, αναλογικά προς το λευκός, ή, κατ' άλλη άποψη, από το θ. φαι- επεκτεταμένο με το σύμφωνο -κ- (βλ. και λ. φαιδρός, φαιός)].

Russian (Dvoretsky)

φαικός: Soph. = φαιδρός.