Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαλακρός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φᾰλακρός Medium diacritics: φαλακρός Low diacritics: φαλακρός Capitals: ΦΑΛΑΚΡΟΣ
Transliteration A: phalakrós Transliteration B: phalakros Transliteration C: falakros Beta Code: falakro/s

English (LSJ)

ά, όν, (φαλός, ἄκρος)

   A baldheaded, Anacr.68, Hdt. 3.12, 4.23, Hp.Aph.6.34, Pl.R.495e, Sammelb. 4637.16 (ii B. C.), etc.; prop. bald on the crown, Arist.HA518a27; φ. τὴν κεφαλήν Luc.Luct. 16; πρόσωπον φαλακρόν E.Cyc.227; οἱ φαλακροί Ar.Nu.540 (lyr.), Pax767 (lyr.), etc.: prov. of labour in vain, φαλακρῷ κτένας δανείζειν Plu. Prov.26; φαλακρὸν τίλλειν Suid.    2 like a bald head, blunt, knobbed, φ. σιδήρια of cauterizing irons, Hp.Art.11; στρογγύλωσις ib.61; φαλακρότερος (v.l. -ώτερος) εὐδίας Sophr.108.    3 bald spot, ἔχειν φαλακρόν τινα Anon.Incred.17.    II ὁ φ. name of a fallacy, D.L.2.108. [φᾰλᾰκρός E.l.c., Ar.Nu.540.]

German (Pape)

[Seite 1252] ά, όν (vgl. φάλος, oben auf dem Kopfe hell, Andere erkennen keine Zusammensetzung an, s. aber φαλακρότης), – 1) kahlköpfig, glatzköpfig; Ar. Nubb. 532 Pax 751; Her. 3, 12 u. sonst, wie Plat. Rep. VI, 495 e u. A. – 2) übh. kahl, glatt, blank, Sp. – Bei Luc. Lex. 15 sind τὰ φάλακρα (so accent.?) kahle Felsgipfel. – 3) ὁ φαλακρός hieß ein dem Eukleides zugeschriebener, näher nicht bezeichneter Trugschluß, D. L. 2, 108.

Greek (Liddell-Scott)

φᾰλακρός: -ά, -όν, (φαλός, φάω) ὡς καὶ νῦν, χυδ. «καραφλός», Ἀνακρ. 68, Ἡρόδ. 3. 12, 4. 23, Ἱππ. Ἀφορ. 1258, Πλάτ., κλπ· κυρίως φαλακρὸς τὴν κορυφὴν (πρβλ. φαλακρότης), Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 11, 8· φ. τὴν κεφαλὴν Λουκ. περὶ Πένθ. 16· πρόσωπον φαλακρὸν Εὐρ. Κύκλ. 227· ― ὁ φαλακρός, οἱ φαλακροὶ Ἀριστοφ. Νεφ. 540, Εἰρ. 767, 771, κλπ.· ― παροιμ. ἐπὶ τῶν μάτην πονούντων, φαλακρῷ κτένας δανείζειν Παροιμιογρ.· φαλακρὸν τίλλειν Σουΐδ. 2) ὅμοιος πρὸς φαλακρόν, λεῖος, φ. σιδήρια, τὰ πρὸς καυτηρίασιν χρήσιμα, Ἱππ. περὶ Ἄρθρ. 787, πρβλ. 827· φαλακρότερος εὐδίας Σώφρων 13 Ahrens. ΙΙ. ὁ φαλακρὸς ἦτο τὸ ὄνομα περιφήμου σοφίσματος ὁμοίου πρὸς τὸ Λατ. acervus, πρβλ. Ὁρατ. Ἐπιστ. 2. 1, 45, Διογ. Λ. 2. 108. (Ἐκ τοῦ φαλός, ή, όν, πρβλ. τὴν συγγενῆ λέξιν φάλᾱρος).

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 chauve sur le haut de la tête;
2 rond et poli, lisse, uni : τὰ φαλακρά LUC rochers nus.
Étymologie: φαλός.

Greek Monolingual

-ή, -ό / φαλακρός, -ά, -όν, ΝΜΑ, και φαρακλός Ν
αυτός που έχει φαλάκρα (α. «τόσο νέος και είναι φαλακρός» β. «φαλακρὸς τὴν κεφαλήν, τὴν δ' ὄψιν ἐρρυτιδωμένος», Λουκιαν.)
νεοελλ.
1. (για βράχο ή όρος) άδενδρος, γυμνός («φαλακρή πλαγιά»)
2. το αρσ. ως ουσ. ο φαλακρός·ζωολ. παλαιότερη ονομασία γένους κολεόπτερων εντόμων
αρχ.
1. (κατ' επέκτ.) α) λείος
β) στιλπνός
2. το αρσ. ως ουσ. α) σημείο, μέρος φαλακρότητας
β) όνομα περίφημου σοφίσματος του Μεγαρικού Ευβουλίδου
3. παροιμ. «φαλακρῷ κτένας δανείζω» — ματαιοπονώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικό επίθ. του καθημερινού λεξιλογίου τών Αρχαίων, το οποίο ανάγεται στο επίθ. φαλός «λευκός», και έχει σχηματιστεί, κατά την πιθανότερη άποψη, με επίθημα -ρός μέσω ενός αμάρτυρου φάλαξ, -ακος (πρβλ. το σχήμα μύλη / μύλος > μύλαξ > μύλακρος). Η άποψη ότι η λ. είναι σύνθ. από το επίθ. φαλός και τη λ. ἄκρον (πρβλ. το ερμήνευμα στο Μέγα Ετυμολογικόν: ὁ τὸ ἄκρον ἔχων φαλόν) είναι μάλλον παρετυμολογική].

Greek Monotonic

φᾰλακρός: -ά, -όν (φαλός), φαλακρός στο κεφάλι, φαλακρός, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ.· πρόσωπον φαλακρόν, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

φᾰλακρός:
I 3 (тж. φ. τὴν κεφαλήν Luc.) плешивый, лысый Anacr., Her., Eur. etc.
II ὁ плешивый (софизм Эвклида Мегарского, состоящий в невозможности точного определения, какое количество волос нужно потерять, чтобы стать плешивым) Diog. L.

Middle Liddell

φᾰλακρός, ή, όν φαλός
baldheaded, bald, Hdt., Plat., etc.; πρόσωπον φαλακρόν Eur.

Frisk Etymology German

φαλακρός: φάλανθος, φάλαρος, φάληρος, φαλιός usw.
{phalakrós}
See also: s. φαλός.
Page 2,986