Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαρμάκι

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το / φαρμάκιν, ΝΜ και φαρμάκιον Α [[[φάρμακο]](ν)]
δηλητήριο
νεοελλ.
1. (κατ' επέκτ.) καθετί το οποίο είναι πολύ πικρό («τί πικρός καφές, σκέτο φαρμάκι»)
2. μτφ. α) εξαιρετικά δυσάρεστο ή δηκτικό πράγμα (α. «τα λόγια του είναι φαρμάκι» β. «το στόμα της στάζει φαρμάκι» — είναι φαρμακόγλωσσα)
β) ψυχική πικρία («σέ πότισα ροδόσταμο, μέ πότισες φαρμάκι», Γ. Ρίτσος)
γ) εξαιρετικά δριμύ και διαπεραστικό κρύο
αρχ.
(με υποκορ. σημ.) ήπιο θεραπευτικό φάρμακο.