Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαρμακογενής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ές, Ν
ιατρ. αυτός που οφείλεται σε ενέργεια ή παρενέργεια φαρμάκου («φαρμακογενή εξανθήματα» — εξανθήματα που προκαλούνται από την εξωτερική ή εσωτερική χρήση φαρμάκων).
[ΕΤΥΜΟΛ. < φάρμακο + -γενής (< γίγνομαι)].