Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φειδωλία

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: φειδωλία Medium diacritics: φειδωλία Low diacritics: φειδωλία Capitals: ΦΕΙΔΩΛΙΑ
Transliteration A: pheidōlía Transliteration B: pheidōlia Transliteration C: feidolia Beta Code: feidwli/a

English (LSJ)

ἡ,

   A = φειδώ 11, Ar.Nu.835, Ec.750, Pl.R.572c, etc.    II = ἀκρίβεια, τόξου χρώμενος φειδωλίᾳ Trag.Adesp.569.

German (Pape)

[Seite 1260] ἡ, = Vorigem; Ar. Nubb. 825 Eccl. 750; auch Plat. Rep. IX, 572 c; vgl. B. A. p. 115, wie Arist. Stob. Floril. 1, 18, als ein Fehler zur ἀνελευθερία gerechnet u. erkl. καθ' ἣν ἀδάπανοι γίνονται τῶν χρημάτων εἰς τὸ δέον.

Greek (Liddell-Scott)

φειδωλία: ἡ, = φειδώ, Ἀριστοφ. Νεφ. 835, Ἐκκλ. 750, Πλάτ. Πολ. 572C. ΙΙ. = ἀκρίβεια, τόξου χρώμενος φειδωλίᾳ Ποιητὴς παρὰ Τρύφωνι ἐν τῷ Mus. Crit. 1. 48.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
parcimonie, économie ; avarice.
Étymologie: φαιδωλός.

Greek Monolingual

η, ΝΑ φειδωλός
η ιδιότητα του φειδωλού, τσιγκουνιά
αρχ.
τελειότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας, ακρίβεια.

Greek Monotonic

φειδωλία: ἡ, = φειδώ, σε Αριστοφ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

φειδωλία:
1) Arph., Plat. = φειδώ 1;
2) сбережения, накопленное (ὁ ἐμὸς ἱδρὼς καὶ φ. Arph.).

Middle Liddell

φειδωλία, ἡ, = φειδώ, Ar., Plat.]