Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φειδώλιον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φειδώλιον Medium diacritics: φειδώλιον Low diacritics: φειδώλιον Capitals: ΦΕΙΔΩΛΙΟΝ
Transliteration A: pheidṓlion Transliteration B: pheidōlion Transliteration C: feidolion Beta Code: feidw/lion

English (LSJ)

δίφρος, σφέλας, χόρτος, Hsch.

Greek Monolingual

Α
πιθ. (κατά τον Ησύχ.) «δίφρος, σφέλας, χόρτος».
[ΕΤΥΜΟΛ. < φειδωλός. Η σύνδεση του τ. με την οικογένεια του φείδομαι δικαιολογείται πιθ. μέσω μιας σημ. «αυτός που φροντίζει, εξασφαλίζει ανάπαυση, ξεκούραση», όσον αφορά τη σημ. «δίφρος, σφέλας» (πιθ. με λογοπαίγνιο προς το ἑδώλιον) και «αυτός που φροντίζει για την αποταμίευση τροφίμων, αγαθών» σχετικά με τη σημ. «χόρτος»].