Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φελλός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: φελλός Medium diacritics: φελλός Low diacritics: φελλός Capitals: ΦΕΛΛΟΣ
Transliteration A: phellós Transliteration B: phellos Transliteration C: fellos Beta Code: fello/s

English (LSJ)

ὁ,

   A cork-oak, Quercus Suber, Thphr.HP1.2.7, 1.5.2, al.    2 cork, φελλῶν καὶ βίβλων καὶ δεσμῶν ἐργαστικαὶ [τέχναι] Pl.Plt.288e: esp. of the corks on a net, Pi.P.2.80, A.Ch.506; in a cistern or bowl, Hero Spir.1.20, POxy.2146.7 (iii A. D.).

German (Pape)

[Seite 1260] ὁ, 1) die Korkeiche, bes. die Rinde derselben, der Kork, zuerst bei Pind., φελλὸς ὥς P. 2, 80; φελλοὶ δ' ἃς ἄγο υσι δίκτυον Aesch. Ch. 499; Plat. Polit. 288 e. – 2) macedon. statt λίθος, der Stein, auch φελός, φέλα, φέλλα, u. ohne Aspiration πέλα, πέλλα. – Vgl. φελλεύς, φελλίον, φελλῖτις.

Greek (Liddell-Scott)

φελλός: ὁ, τὸ δένδρον ἐξ οὗ ὁ φελλός, Λατ. quercus suber, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 2. 7., 1. 5, 2, κλπ. 2) ὁ φλοιὸς αὐτοῦ, ὁ φελλός, Λατ. cortex· μάλιστα ἐπὶ τῶν φελλῶν δικτύου, Πινδ. Π. 2. 146, Αἰσχύλ. Χο. 506, Πλάτ., κλπ. (Ἴσως συγγενὲς τῷ φλοιός, κλπ.).

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
liège.
Étymologie: DELG emprunt médit. prob., ou dérivé d’un mot signifiant « écorce, enveloppe ».

English (Slater)

φελλός
   1 cork ἀβάπτιστος εἶμι, φελλὸς ὣς ὑπὲρ ἕρκος ἅλμας (P. 2.80)

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
1. δευτερογενής μόνιμος φυτικός ιστός αποτελούμενος από νεκρά κύτταρα τών οποίων τα τοιχώματα περιέχουν μια κηρώδη ουσία, την σουμπερίνη, που τα καθιστά αδιαπέραστα από το νερό και τα αέρια, ιστός που αποτελεί το εξωτερικό στρώμα του φλοιού μερικών δέντρων και, κυρίως, της φελλόδρυος και έχει πάμπολλες χρήσεις από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα
2. τεμάχιο ή είδος κατασκευασμένο από την παραπάνω ύλη (α. «βάλε τον φελλό στο μπουκάλι για να μην χυθεί» β. «φελλοὺς... πολλοὺς ἀφεῑναι αὐτοῑς... ὡς ἐπὶ τούτων ἀπονήξαιντο», Λουκιαν.)
νεοελλ.
μτφ. (για πρόσ.) άνθρωπος επιπόλαιος και ανόητος («οι φελλοί πάντοτε επιπλέουν»)
μσν.-αρχ.
(κατ' επέκτ.) το δέντρο του οποίου ο φλοιός είναι η παραπάνω ύλη, φελλόδενδρο
αρχ.
(κατά τον Ησύχ.) «φελλός, σκληρὸς τόπος καὶ δυσεργὴς καὶ ἐξ ἐπιπολῆς πετρώδης».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. λ., η οποία πιθ. είναι δάνεια από κάποια γλώσσα της περιοχής της Μεσογείου, όπως υποδεικνύει το γεγονός ότι αυτό το είδος δένδρου ευδοκιμεί σε θερμές και υγρές περιοχές. Δεν μπορεί, όμως, να αποκλειστεί και η περίπτωση να έχει προέλθει η λ. από μια ΙΕ ρίζα (πιθ. bhel-) με τη γενική σημ. «φλοιός, περίβλημα» (πρβλ. ρωσ. bolona «περικάρπιο, έκφυμα πάνω σε δένδρα», bolon' «τρυφερός φλοιός», τσεχοσλοβ. blana «δέρμα», τ. που ανάγονται σε IE bhol-nā, βλ. και λ. φολίδα). Στην περίπτωση αυτή, ο ελλ. τ. φελλός θα πρέπει να έχει προέλθει από φελ-νός (< bhel-no-, με επίθημα σε -n-, όπως και οι υπόλοιποι ΙΕ προέλευσης τ.) με απλοποίηση του συμπλέγματος -λν- με την αφομοίωση του –ν σε -λ-, φαινόμενο χαρακτηριστικό της αιολικής διαλέκτου, του οποίου, όμως, η γενίκευση στις υπόλοιπες διαλέκτους όσον αφορά τον τ. φελλός παραμένει δυσερμήνευτη και γεννά προβλήματα. Η λ. φελλός, τέλος, πρέπει να δήλωνε αρχικά τη σπογγώδη ελαφριά φυτική ύλη και στη συνέχεια να χρησιμοποιήθηκε κατ' επέκτ. για το δένδρο από τον φλοιό του οποίου προέρχεται η ύλη αυτή, υπόθεση η οποία ενισχύεται από την ύπαρξη του σύνθ. τ. φελλό-δρυς, ο οποίος πλάστηκε για να δηλωθεί το δένδρο αυτό].

Greek Monotonic

φελλός: ὁ, το δέντρο φελλός, Λατ. cuercus suber, ο φλοιός του, φελλός, Λατ. cortex, σε Πίνδ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

φελλός: ὁ пробковая кора, пробка Pind., Aesch., Plat.

Middle Liddell

φελλός, οῦ, ὁ,
the cork-tree, Lat. quercus suber:—its bark, cork, Lat. cortex, Pind., Aesch.

Frisk Etymology German

φελλός: {phellós}
Grammar: m.
Meaning: Kork, Korkeiche (Pi. P. 2, 80, A. Ch. 506, Thphr., Hero, Pap. IIIp);
Composita : φελλόδρυς f. Korkeiche (Thphr.; aus dem Arkad.?, vgl. Ruijgh L’élém. ach. 90).
Derivative: Davon φέλλινος von Kork (Luk.), -ώδης ib. (Poll.), -ίνας· κοῦφος, ἀπὸ τοῦ φελλοῦ, -εῦον· ἐπιπλέον H.; wohl auch -ῖναι pl. N. eines schnellen Wasservogels (Dionys. Av.) und -ίνιοι· ὀροβάκχαι H. Dazu Φελλώ f. das Land der Φελλόποδες (Luk. VH2, 4).
Etymology : Nicht sicher erklärt. Zum Vergleich bietet sich außer φολίς (s.d.) ein slavisches Wort ähnlicher Bed., z.B. russ. boloná Auswuchs an Bäumen, bólonь Splint, weiche Rinde. Somit φελλός aus *φελνός? Gegen die weiteren Kombinationen mit bhel-’schwellen’ bei Persson Beitr. 2, 797 m. A. 3, 801 A. 2 (m. Lit.) s. WP. 2, 180. Nach anderen (s. Lit. bei Vasmer s.v.) gehören die slav. Wörter zu bhel- weiß, glänzen (s. φαλός); ebenso φελλός (Pok. 120 fragend)?
Page 2,1001