Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φθειριστικός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: φθειριστικός Medium diacritics: φθειριστικός Low diacritics: φθειριστικός Capitals: ΦΘΕΙΡΙΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: phtheiristikós Transliteration B: phtheiristikos Transliteration C: ftheiristikos Beta Code: fqeiristiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A seeking lice:—ἡ -κή (sc. τέχνη), the art of louse-hunting, vermin-killing, Pl. Sph. 227b.

German (Pape)

[Seite 1270] Läuse suchend; ἡ φθειριστική, sc. τέχνη, die Kunst, Läuse zu fangen, Plat. Soph. 227 b.

Greek (Liddell-Scott)

φθειριστικός: -ή, -όν, ὁ ζητῶν φθεῖρας· ― ἡ φθειριστικὴ (ἐξυπακ. τέχνη), ἡ τέχνη τοῦ συλλαμβάνειν καὶ φονεύειν φθεῖρας, Πλάτ. Σοφ. 227Β.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α φθειρίζω
1. αυτός που αναζητεί ψείρες
2. το θηλ. ως ουσ. ἡ φθειριστική
(ενν. τέχνη) η τέχνη της αναζήτησης και της εξόντωσης τών ψειρών.