Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιγούρα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η, Ν
1. εικόνα, ζωγραφιά («δεν του αρέσουν οι φιγούρες του βιβλίου»)
2. καθένα από τα εικονογραφημένα τραπουλόχαρτα, δηλαδή ο ρήγας, ο βαλές και η ντάμα
3. χορευτική παραλλαγή («έμαθα μια καινούργια φιγούρα του ταγκό χθες»)
4. (στο θέατρο σκιών) χάρτινο ομοίωμα προσώπου
5. μουσ. το σύνολο τών μελωδικών ή ρυθμικών στοιχείων από τα οποία αποτελείται μια μελωδία, μουσικό σχήμα
6. ναυτ. κοινή ονομασία του ακροπρώρου, αλλ. ξόανο,
7. στον πληθ. οι φιγούρες·τα άφλαστα της πρύμνης
8. μτφ. α) η εντύπωση που κάνει ένα πρόσωπο από το παρουσιαστικό του
β) κίνηση, ενέργεια εντυπωσιασμού («όλο φιγούρα ήταν»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. figura < λατ. figura (< fingo «πλάθω, διαμορφώνω»)[.