Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φικιδίζω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φικιδίζω Medium diacritics: φικιδίζω Low diacritics: φικιδίζω Capitals: ΦΙΚΙΔΙΖΩ
Transliteration A: phikidízō Transliteration B: phikidizō Transliteration C: fikidizo Beta Code: fikidi/zw

English (LSJ)

   A = παιδεραστέω, Suid.: φικιῶ, sine expl., Id.

Greek Monolingual

Α
(κατά τον Ησύχ.) «φικιδίζειν ἐπὶ τοῡ παιδεραστεῑν».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αν και ο Ησύχ. ταυτίζει σημασιολογικά τα δύο απρμφ. φικιδίζειν και παιδεραστεῖν, δυσερμήνευτο παραμένει το σημείο της ταύτισης αυτής. Αν υποτεθεί ότι το ρ. παιδεραστῶ λαμβάνει εδώ τη σημ. «βάφομαι, μακιγιάρομαι» (πρβλ. παιδέρως «βαφή καλλωπισμού»), τότε ίσως θα έπρεπε να συνδεθεί ο τ. φικιδίζειν με την οικογένεια του φύκος και να προτιμηθεί μια δ. γρφ. φυκιδίζειν. Έτσι, ένα ρ. φυκιδίζω θα προερχόταν πιθ. από τον τ. φυκίδιον, υποκορ. του φύκος «βαφή, ψιμύθιο», παρ' όλο που ο ίδιος ο τ. φυκίδιον δεν απαντά με αυτήν τη σημ. Με την ίδια σημ., όμως, απαντούν και άλλα παρ. της λ. φύκος (πρβλ. τόσο τα υποκορ. φυκάριον, φουκάριον, φυκίον, όσο και τα μετονοματικά ρ. φυκοῦμαι, φυκαρίζω, φυκιῶ). Με αυτόν τον τ. φυκιῶ, τέλος, πρέπει πιθ. να συνδεθεί, κατά τον ίδιο τρόπο, ο τ. φικιῶ, που παραδίδει ο Ησύχ.].