Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλοξενώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

φιλοξενῶ, -έω, ΝΜΑ φιλόξενος
υποδέχομαι και περιποιούμαι έναν ξένο στην πατρίδα μου ή στον τόπο μου και, ιδίως, στο σπίτι μου (α. «τους μαθητές από το εξωτερικό τους φιλοξένησε ο δάσκαλος του χωριού» β. «τοὺς ἑταίρους ἐφιλοξένησεν», Ευστ.)
νεοελλ.
1. παρέχω σε κάποιον δωρεάν τόπο διαμονής
2. παρέχω άσυλο, καταφύγιο, περιθάλπω
3. (για εφημερίδα, περιοδικό ή άλλο έντυπο) δημοσιεύω δωρεάν («το περιοδικό φιλοξενεί στις σελίδες του τις απόψεις πολλών αναγνωστών»)
4. (για φυλακή ή άλλο ίδρυμα) κρατώ έγκλειστο, σε περιορισμό («οι φύλακες φιλοξενούν περισσότερους κρατουμένους από όσους θα έπρεπε»)
5. (για χώρα ή πόλη) χρησιμεύω ως τόπος ολιγοήμερης, συνήθως, παραμονής («η Αθήνα θα φιλοξενήσει για λίγες μέρες τον πρόεδρο της Γαλλίας»)
αρχ.
αγαπώ τα ξένα ήθη, τους ξενικούς τρόπους.