Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλόφρων

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φῐλόφρων Medium diacritics: φιλόφρων Low diacritics: φιλόφρων Capitals: ΦΙΛΟΦΡΩΝ
Transliteration A: philóphrōn Transliteration B: philophrōn Transliteration C: filofron Beta Code: filo/frwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος, (φρήν)

   A kindly disposed, friendly, Κροίσου φ. ἀρετά Pi.P.1.94; φ. Ἡσυχία ib.8.1; φ. σαίνουσα . . Ἄτα A.Pers. 97 (lyr.); φ. γένος E.IT1061; τὸν στρατηγὸν εἶναι χρὴ φ. καὶ ὠμόν X.Mem.3.1.6, cf. Smp.8.16; φιλοφρονέστατοι, of the Athenians, Id.Mem.3.5.3; φ. πρός τινα Phld.Lib.p.35 O.; τὸ φ., = φιλοφροσύνη, Plu. 2.1102e. Adv. -νως, ἀσπάζεσθαί, δέξασθαί, δέκεσθαί τινα to greet kindly, welcome, Hdt.2.121.δ, 3.13, 5.18, cf. S.Aj.751; φ. ἔχειν πρὸς ἀλλήλους, πρὸς τὸ συγγενὲς θεῖον, to be kindly minded towards... X. Cyr.3.3.10, Pl.Criti.120e; φ. βλέπειν to wear a kind, friendly look, X. Mem.3.10.4; φ. ὑπάρχει τᾷ πόλει Supp.Epigr.2.277.6 (Delph., ii B. C.): Comp. -εστέρως ἔχειν τὰ ὄμματα X.Smp.1.10.

German (Pape)

[Seite 1288] ονος, liebreich, freundlich, gütig gesinnt, so denkend u. handelnd, wohlwollend; Pind. P. 8, 1; Aesch. Pers. 97; Eur. I. T. 1061; – adv. φιλοφρόνως: Soph. Ai. 738; βλέπειν Xen. Mem. 3, 10, 3; φιλ. ἔχειν πρός τινα, freundlich gegen Einen gesinnt sein, Cyr. 3, 3,10; φιλοφρόνως δέξασθαι Plut. Sol. 5.

Greek (Liddell-Scott)

φῐλόφρων: -ονος, ὁ, ἡ, (φρὴν) ὁ φίλα φρονῶν πρός τινα, φιλικῶς διακείμενος, φιλικός, εὐπροσήγορος, Κροίσου φιλόφρων ἀρετά, ἡ φιλοφροσύνη (εὐπροσηγορία) καὶ φιλοξενία, Πίνδ. Π. 1. 184· φ. Ἀσυχία αὐτόθι 8. 1· φ. σαίνουσα Αἰσχύλ. Πέρσ. 97· φ. γένος Αὐρ. Ι. Α. 1061· ― ὡς μία τῶν ἀρετῶν στρατηγοῦ, Ξεν. Ἀπομν. 3, 1, 6, πρβλ. Συμπ. 8. 16· φιλοφρονέστατοι, ὡς χαρακτηριστικὸν τῶν Ἀθηναίων, ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 3. 5, 3· ― τὸ φιλόφρον = φιλοφροσύνη, Πλούτ. 2. 1102D· Ἐπίρρ., φιλοφρόνως ἀσπάζεσθαι, δέκεσθαί τινα Ἡρόδ. 2. 121, 4., 3. 13, 51., 5. 18, πρβλ. Σοφ. Αἴ. 751· φ. ἔχειν πρός τινα Ξεν. Κύρ. Παιδ. 3. 3, 10, Πλάτ. Κριτί. 120Ε· βλέπειν Ξεν. Ἀπομν. 3. 10, 4· οὕτω φιλοφρονεστέρως ἔχειν τὰ ὄμματα ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 1, 10 (διάφ. γραφὴ -έστερον)· ὑπερθ. -έστατα, Εὐσ. Ἐκκλ. Ἱστ. 6. 11.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
bienveillant, bon ; τὸ φίλοφρον la bienveillance, la bonté;
Sp. φιλοφρονέστατος.
Étymologie: φίλος, φρήν.

English (Slater)

φιλόφρων
   1 kindly οὐ φθίνει Κροίσου φιλόφρων ἀρετά (P. 1.94) φιλόφρον Ἡσυχία (P. 8.1)

English (Strong)

from φίλος and φρήν; friendly of mind, i.e. kind: courteous.

English (Thayer)

φιλοφρον (φίλος and φρήν), from Pindar and Aeschylus down, friendly, kind:

Greek Monolingual

-ον, ΝΜΑ
(στην νεοελλ. ως λόγιος τ.) ο φιλικά διακείμενος απέναντι σε κάποιον, φιλικός, προσηνής
νεοελλ.
ευγενικός, περιποιητικός
αρχ.
1. (συν. για στρατηγό) αυτός που έχει καλούς τρόπους («καρτερικὸν καὶ ἀγχίνουν καὶ φιλόφρονά τε καὶ ὠμὸν [χρὴ εἶναι τὸν στρατηγόν]» Ξεν.)
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ φιλόφρον
η φιλοφροσύνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -φρων (< φρήν, φρενός), πρβλ. σώ-φρων].

Greek Monotonic

φῐλόφρων: -ονος, ὁ, ἡ (φρήν), αυτός που έχει φιλική διάθεση, ευγενικός, φιλικός, φιλόφρων, σε Πίνδ., Αισχύλ. κ.λπ.· επίρρ., φιλοφρόνως ἀσπάζεσθαι, χαιρετώ ευγενικά, σε Ηρόδ.· φιλοφρόνως ἔχειν πρός τινα, είμαι διατεθειμένος ευνοϊκά απέναντι σε κάποιον, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

φιλόφρων: 2, gen. ονος дружелюбный, приветливый, ласковый Pind., Trag., Xen. etc.

Middle Liddell

φῐλό-φρων, ονος, ὁ, ἡ, φρήν
kindly minded, kindly, friendly, affable, Pind., Aesch., etc.: adv., φιλοφρόνως ἀσπάζεσθαι to greet kindly, Hdt.; φ. ἔχειν πρός τινα to be kindly minded towards one, Xen.

Chinese

原文音譯:filÒfrwn 非羅-弗朗
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:喜愛-表現的
字義溯源:心思友愛的,有愛心,友善的,仁慈的,謙卑的;由(φίλος)*=親愛)與(φρήν)*=心思,悟性)組成。註:和合本用 (ταπεινόφρων)代替 (ταπεινόφρων / φιλόφρων
出現次數:總共(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 有禮貌(1) 彼前3:8