Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φνεί

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φνεί Medium diacritics: φνεί Low diacritics: φνεί Capitals: ΦΝΕΙ
Transliteration A: phneí Transliteration B: phnei Transliteration C: fnei Beta Code: fnei/

English (LSJ)

Comic imitation of the sound

   A phn, Luc.Lex.19; expressing the note of a bird, Ar.Fr.885.

German (Pape)

[Seite 1294] kom. Nachbildung des schnaubenden Nasenlautes phn; Luc. lexiph. 19 vrbdt οὐδ' ὅσον τοῦ γρὺ καὶ τοῦ φνεὶ φροντι οῦμεν αὐτοῦ; auch wird es E. M 796, 45 aus Ar. als nachgeahmter Vogellaut angeführt.

Greek (Liddell-Scott)

φνεί: κωμικὴ ἀπομίμησις τοῦ ἤχου τῆς ῥινὸς φν, οὐδ’ ὅσον τοῦ γρῦ καὶ τοῦ φνεὶ φροντιοῦμεν αὐτοῦ Λουκ. Λεξιφ. 19· μνημονεύεται ἐκ τοῦ Ἀριστοφ. (Ἀποσπ. 702) ὡς παριστάνουσα τὴν φωνὴν πτηνοῦ τινος, «τὸ δὲ φνεὶ ἐπιτετηδευμένον ἐστὶ παρὰ Ἀριστοφ. (Ἀποσπ. 702) μίμημα ὀρνέων φωνῆς» Ἐτυμ. Μ. 796.

Greek Monolingual

Α
1. κωμική απομίμηση του ρινικού ήχου φν.
2. (στον Αριστοφ.) απομίμηση φωνής πτηνών.

Russian (Dvoretsky)

φνεί: interj. звукоподраж. фырканию или сопению Arph. τὸ γρῦ καὶ τὸ φ. Luc. предполож. хрюкающий и фыркающий звуки.