Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φοβεροειδής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φοβεροειδής Medium diacritics: φοβεροειδής Low diacritics: φοβεροειδής Capitals: ΦΟΒΕΡΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: phoberoeidḗs Transliteration B: phoberoeidēs Transliteration C: foveroeidis Beta Code: foberoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A terrible to behold, LXX 3.Ma.6.18.

German (Pape)

[Seite 1294] ές, schrecklich, LXX.

Greek (Liddell-Scott)

φοβεροειδής: -ές, φοβερὸς ἰδεῖν, Ἑβδ. (Γ΄, Μακκ. Ϛ΄. 18).

Greek Monolingual

-ές, Α
φοβερός στην όψη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φοβερός + -ειδής].