Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φοβερωπός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: φοβερωπός Medium diacritics: φοβερωπός Low diacritics: φοβερωπός Capitals: ΦΟΒΕΡΩΠΟΣ
Transliteration A: phoberōpós Transliteration B: phoberōpos Transliteration C: foveropos Beta Code: foberwpo/s

English (LSJ)

όν,

   A terribie of aspect, Orph.Fr. 58.2.

German (Pape)

[Seite 1294] = Folgdm, Orph. tr. 8, 8.

Greek (Liddell-Scott)

φοβερωπός: -όν, Ὀρφ. Ἀποσπ. 8. 8, καὶ φοβερώψ, ῶπος, ὁ, ἡ, ὁ αὐτ. ἐν Ὕμν. 69. 8, (ὢψ) ὁ φοβερὸς τὴν ὄψιν.

Greek Monolingual

-όν, Α
αυτός που με την όψη του προξενεί φόβο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φοβερός + -ωπός (< θ. οπ- του ὄπωπα), πρβλ. στυγερ-ωπός].