Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φοβερότης

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: φοβερότης Medium diacritics: φοβερότης Low diacritics: φοβερότης Capitals: ΦΟΒΕΡΟΤΗΣ
Transliteration A: phoberótēs Transliteration B: phoberotēs Transliteration C: foverotis Beta Code: fobero/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A terribleness, Arist.Rh.1361b12, J.BJ7.8.3.

German (Pape)

[Seite 1294] ητος, ἡ, 1) Furchtbarkeit, Arist. rhet. 1, 5. – 2) Furcht, Schrecken (?).

Greek (Liddell-Scott)

φοβερότης: -ητος, ἡ, ἡ δύναμις τοῦ διεγείρειν ἢ ἐμποιεῖν φόβον, τὸ φοβερόν, ὁ φοβερὸς χαρακτήρ, Ἀριστ. Ρητορ. 1. 5, 11, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Πόλ. 7. 8, 3.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
frayeur qu’inspire une personne ou une chose.
Étymologie: φοβερός.

Greek Monotonic

φοβερότης: -ητος, ἡ, τρομακτικότητα, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

φοβερότης: ητος ἡ страшный вид, нечто страшное: ἡδὺν εἶναι δοκεῖν μετὰ φοβερότητος Arst. казаться приятным и в то же время страшным.

Middle Liddell

φοβερότης, ητος, ἡ, [from φοβερός
terribleness, Arist.