Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φορβή

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φορβή Medium diacritics: φορβή Low diacritics: φορβή Capitals: ΦΟΡΒΗ
Transliteration A: phorbḗ Transliteration B: phorbē Transliteration C: forvi Beta Code: forbh/

English (LSJ)

ἡ,

   A pasture, food, in Hom. only of horses and asses, fodder, forage, Il.5.202, 11.562; of men, καρποὺς ἐς φ. κατατίθεσθαι Hdt.1.202, cf.4.121, al.; πληρωθέντες φορβῆς καὶ οἴνου Id.1.211, cf. S.Ph.43,162 (anap.); of birds of prey, ὄρνισι φ. παραλίοις γενήσεται Id.Aj.1065, cf. Ar.Av.348 (lyr.).    2 metaph., fuel, AP5.238 (Paul.Sil.).

German (Pape)

[Seite 1299] ἡ, Weide, Futter, Nahrung; der Pferde u. Esel, Il. 5, 202. 11, 562; ὄρνισι φορβὴ παραλίοις γενήσεται Soph. Ai. 1074, u. öfter; bei Her. auch häufig von menschlicher Nahrung, Proviant, so φορβὴ καὶ οἶνος, Speise u. Trank, 1, 211; καρποὺς ἐς φορβὴν κατατίθεσθαι 1, 202; οὐδὲν ἔτι φορβῆς ἐνῆν ἐν τῷ τείχει 7, 107, u. sonst.

Greek (Liddell-Scott)

φορβή: ἡ, (φέρβω) νομή, βοσκή, τροφή, παρ’ Ὁμ. μόνον ἐπὶ ἵππων καὶ ὄνων, χόρτος, Ἰλ. Ε. 202., Λ. 562· ἐπὶ ἀνθρώπων, καρποὺς ἐς φ. κατατίθεσθαι Ἡρόδ. 1. 202., 4. 121., 7. 50, 107, 119· πληρωθέντες φορβῆς καὶ οἴνου ὁ αὐτ. 1. 211· καὶ οὕτω παρὰ Σοφ. ἐν Φιλ. 43. 162· ἐπὶ ἁρπακτικῶν ὀρνέων, ὄρνισι φ. παραλίοις γενήσεται ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 1065, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 348. 2) μεταφορ., καυστικὴ ὕλη, Ἀνθ. Π. 5. 239.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
pâturage, nourriture des animaux.
Étymologie: φέρβω.

English (Autenrieth)

(φέρβω, cf. herba): forage, fodder, Il. 5.202 and Il. 11.562.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
τροφή για ζώα, ιδίως κατοικίδια, νομή, ζωοτροφή
νεοελλ.
(ιδίως) τροφή ζώων σε ξηρή μορφή, όπως λ.χ. άχυρο, σανός κ.ά.
μσν.-αρχ.
καύσιμη ύλη («φορβῆς ἠπανίῃ ψύχεται αὐτομάτως», Ανθ. Παλ.)
αρχ.
1. τροφή αρπακτικών πουλιών
2. είδος τροφής για βάτραχο
3. (κατ' επέκτ.) τροφή για ανθρώπους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φορβ- της ετεροιωμένης βαθμίδας του ρ. φέρβω «τρέφω» (πρβλ. τροφ-ή: τρέφω). Ο τ. απαντά πιθ. και στη Μυκηναϊκή στον τ. poqa].

Greek Monotonic

φορβή: ἡ (φέρβω), βοσκή, τροφή, σανός, ζωοτροφή, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.· λέγεται για τα αρπακτικά πουλιά, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

φορβή:φέρβω питание, пища, (у животных) корм Hom., Soph., Her. etc.

Middle Liddell

φορβή, ἡ, φέρβω
pasture, food, fodder, forage, Il., Hdt.; of birds of prey, Soph.

Frisk Etymology German

φορβή: {phorbḗ}
See also: s. φέρβω.
Page 2,1036