Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φραδή

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φρᾰδή Medium diacritics: φραδή Low diacritics: φραδή Capitals: ΦΡΑΔΗ
Transliteration A: phradḗ Transliteration B: phradē Transliteration C: fradi Beta Code: fradh/

English (LSJ)

ἡ, poet. Noun,

   A understanding, knowledge, τῶν δὲ μελλόντων τετύφλωνται φραδαί Pi.O.12.9, cf. Alc.Supp. 2.2.    II hint, warning, θεόθεν . . φραδαῖσιν A.Ch.941 (lyr.), cf. E.Ph.667 (lyr.); ἀθανάτων φραδῇ Theoc.25.52, cf. IG5(2).261.15 (Mantinea, vi B. C.); ἕπου μηνυτῆρος ἀφθέγκτου φραδαῖς, i. e. by the scent, A.Eu.245.

German (Pape)

[Seite 1302] ἡ, 1) Verstand, Klugheit, Erkenntniß, φραδαὶ μελλόντων τετύφλωνται Pind. Ol. 12, 9. – 2) Rath, Andeutung; Aesch. Eum. 236 Ch. 929; Παλλάδος φραδαῖσιν Eur. Phoen. 671; ἀθανάτων φραδῄ ἐνθάδ' ἱκάνει Theocr. 25, 52; u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

φρᾰδή: ἡ, (φράζω) ποιητ. ὄνομα, γνῶσις, τῶν δὲ μελλόντων τετύφλωνται φραδαὶ Πινδ. Ο. 12. 13. ΙΙ. προαγγελία, προειδοποίησις, θεόθεν... φραδαῖσιν Αἰσχύλ. Χο. 940, πρβλ. Φοιν. 667, Θεόκρ. 25. 52· ἀφθέγκτου μηνυτῆρος φραδαῖς, δηλ. διὰ τῆς ὀσφρήσεως, Αἰσχύλ. Εὐμ. 245. ― Καθ· Ἡσύχ.: «φραδαῖσι (Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ.) βουλαῖς». ― «φραδῇ· φρονήσει, συνέσει» ὁ αὐτ.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 action d’apprendre ou de savoir, connaissance;
2 action de faire savoir, conseil ; abs. sagesse, prudence.
Étymologie: φράζω.

Greek Monolingual

και δωρ. τ. φραδά, ἡ, Α
1. γνώση
2. προειδοποίηση
3. βουλή, απόφαση
4. φρόνηση, σύνεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στο θ. φραδ- του φράζω (Ι)].

Greek Monotonic

φρᾰδή: ἡ (φράζω
I. κατανόηση, γνώση, σε Πίνδ.
II. προαναγγελία, προειδοποίηση, σε Αισχύλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

φρᾰδή:φράζω
1) понимание, знание (τῶν μελλόντων φραδαί Pind.);
2) указание, совет (ἕπεσθαι φραδαῖς τινος Aesch.): Παλλάδος φραδαῖσιν Eur. по советам Паллады; ἀθανάτων φραδῇ τινος Theocr. по внушению какого-то божества.

Middle Liddell

φρᾰδή, ἡ, φράζω
I. understanding, knowledge, Pind.
II. a hint, warning, Aesch., Eur.