Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φυσιολόγος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: φῠσιολόγος Medium diacritics: φυσιολόγος Low diacritics: φυσιολόγος Capitals: ΦΥΣΙΟΛΟΓΟΣ
Transliteration A: physiológos Transliteration B: physiologos Transliteration C: fysiologos Beta Code: fusio/logos

English (LSJ)

(parox.), ὁ,

   A one who inquires into natural causes and phenomena, esp. of the pre-Socratic philosophers, Arist.Metaph.986b14, 990a3, de An.426a20, PA641a7, al.; φ. μᾶλλον ἢ ποιητήν, of Empedocles, Id.Po.1447b19; ὁ φ., title of play by Sopater, Ath.3.101a; οἱ ἀρχαῖοι φ., title of work by Chrysippus, D.L. 7.187; as Adj., παρρησία φ. cj. in Epicur.Sent.Vat.29: Sup., ἀνὴρ -ώτατος τῶν παλαιῶν Phld.Mus.p.108K. Adv. -γως M.Ant.10.31.

German (Pape)

[Seite 1318] die Beschaffenheit der natürlichen Körper untersuchend, bes. die Natur in ihrem Wesen u. ihren Gründen untersuchend u. sie Andern erklärend, Naturforscher, Naturphilosoph, Arist. metaph. 1, 5 de an. 3, 2.

Greek (Liddell-Scott)

φῠσιολόγος: ὁ ποιούμενος λόγον περὶ τῆς φύσεως, ὁ ἐξετάζων τὰ φυσικὰ αἴτια καὶ φαινόμενα, φιλόσοφος ἢ ἐρευνητὴς τῆς φύσεως, λέγεται δὲ μάλιστα ἐπί τῶν ἀρχαίων Ἰώνων καὶ τῶν ἐκ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος φιλοσόφων, Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 5, 11., 1. 8, 17, κ. Ψυχῆς 3. 2, 9, περὶ Ζ. Μορ. 1. 1, 26, κ. ἀλλ.· φ. μᾶλλον ἢ ποιητήν, περὶ τοῦ Ἐμπεδοκλέους, ὁ αὐτ. ἐν Ποιητ. 1, 11. ― Ἐπίρρ. -γως, Μᾶρκ. Ἀντωνῖν. 10. 31.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
philosophe naturaliste, càd qui s’occupe des choses de la nature.
Étymologie: φύσις, λέγω³.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, και φυσιολόγος, η, Ν
νεοελλ.
1. επιστήμονας ειδικευμένος στη φυσιολογία
2. σπαν. φυσικοθεραπευτής
μσν.
ως κύριο όν. Φυσιολόγος
ένα από τα αξιολογότερα ποιήματα της δημώδους βυζαντινής γραμματείας, του 13ου αιώνα, στο οποίο χρησιμοποιούνται συμβολικές παραστάσεις ζώων για να αποδοθούν έννοιες της Αγίας Γραφής και της λαϊκής πίστης
αρχ.
1. (ως ουσ. και ως επίθ.) (ιδίως για τους Ίωνες φιλοσόφους και τους φιλοσόφους της Μεγάλης Ελλάδας) αυτός που διερευνά τα φυσικά αίτια και φαινόμενα, ο φυσικός φιλόσοφος
2. ως κύριο όν. τίτλος έργου του Σωπάτρου
3. φρ. «Ἀρχαῖοι φυσιολόγοι» — τίτλος έργου του Χρυσίππου (Διογ. Λαέρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < φυσιο- (για τη μορφή βλ. λ. φύση) + -λόγος].

Russian (Dvoretsky)

φῠσιολόγος: ὁ исследователь природы, натурфилософ Arst., Plut.