Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φωκαρία

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

ἡ, Α
σύζυγος που ασχολείται με τα οικιακά και, κυρίως, με τη μαγειρική.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. focaria «μαγείρισσα, νοικοκυρά», θηλ. του επιθ. focarius, -a, -um «οικιακός» (< focus «εστία, οίκος»)].